Ζητήματα επί της εκκρεμοδικίας της υπόθεσης

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 221 και 222 παρ.1 ΚΠολΔ, με την άσκηση της αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 215 ΚΠολΔ η κατάθεσή της έχει ως συνέπεια: α) εκκρεμοδικία…. Εκκρεμοδικία συνεπάγεται και η υποβολή ενώ διαρκεί η δίκη αίτησης στην οποία επιδιώκεται καταψήφιση αναγνώριση ή διάπλαση καθώς και η πρόταση ένστασης συμψηφισμού. Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη (EφΘεσ 838/1986 Aρμ 41.1041). Οι προϋποθέσεις της ενστάσεως εκκρεμοδικίας κατά την έννοια του άρθρου 222 ΚΠολΔ είναι οι εξής: α) ύπαρξη εκκρεμούς δίκης είτε ενώπιον του ίδιου είτε ενώπιον άλλου δικαστηρίου, β) ταυτότητα προσώπων, ήτοι ταυτότητα διαδίκων που να παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, αλλά και όταν υπάρχει εναλλαγή της δικονομικής θέσης τους, αρκεί το δεδικασμένο της πρώτης δίκης να καταλαμβάνει και τους διαδίκους της δεύτερης και υπό την προϋπόθεση ότι και οι δύο δίκες έχουν το αυτό αντικείμενο (ΑΠ 201/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 131/1999 ΕλλΔνη 1999.1089, ΕφΠειρ 130/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 5646/2002 Αρμ 2003.1807, ΕφΑθ 11195/1995 ΕλλΔνη 1996.1123, βλ. Δ.Κονδύλη, Το δεδικασμένο, εκδ.1983, σελ.163, παρ.14, αριθ.4), γ) ταυτότητα διαφοράς, ήτοι ταυτότητα δικαιώματος, αντικειμένου και ιστορικής και νομικής αιτίας, έτσι ώστε να παράγεται δεδικασμένο (άρθρο 321 ΚΠολΔ) από την τελική εκδίκαση της μιας αγωγής ως προς τη διαφορά που εισάγεται με την άλλη αγωγή (ΑΠ 472/1996 ΕλλΔνη 1997.87, ΑΠ 5307/1996 ΕλλΔνη 1998.880, AΠ 1427/1988 EλλΔνη 30.330, ΠολΠρΑθ 1070/2016 ΤΝΠ Νόμος). Ταυτότητα δικαιώματος υπάρχει όταν το προβαλλόμενο δικαίωμα είναι το ίδιο, το οποίο εξετάστηκε και κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ταυτότητα αντικειμένου υπάρχει όταν το ενσώματο ή ασώματο αντικείμενο της νέας δίκης δεν είναι διαφορετικό της προηγούμενης δίκης. Με τον όρο ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας δηλώνεται η ταυτότητα του νομικού γεγονότος του παραγωγικού της έννομης σχέσης, ήτοι σημαίνει ότι με τη δεύτερη αγωγή, ανταγωγή κλπ. πρέπει να προβάλλεται με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά το ίδιο αίτημα. Προϋπόθεση προβολής του από την εκκρεμοδικία απαραδέκτου, το οποίο οδηγεί σε αναστολή εκδικάσεως της επίδικης διαφοράς, είναι εκτός άλλων, να υπάρχει ταυτότητα διαφοράς και στις δύο δίκες δηλαδή στην αρχική και τη δεύτερη που έχει αχθεί ενώπιον του δικαστηρίου, για την οποία έκρινε η απόφαση. Δεν αρκεί δηλαδή η σύμπτωση των αιτημάτων των δύο αγωγών, αλλά απαιτείται και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, ώστε δεν υπάρχει τέτοια ταυτότητα διαφοράς αν μεταξύ των δύο αγωγών υφίσταται διαφοροποίηση των πραγματικών γεγονότων των παραγωγικών του ίδιου γεγονότος (ΑΠ 751/2017 ΤΝΠ Νόμος).

Επίσης, ως ταυτότητα διαφοράς νοείται να πρόκειται για διαφορά, η οποία θεμελιώνεται στα ίδια κατά βάση πραγματικά περιστατικά, που υπάγονται στον ίδιο κανόνα δικαίου, ενώ ταυτότητα διαδίκων όταν οι διάδικοι παρίστανται και στις δύο δίκες με την ίδια δικονομική ιδιότητα. To εκ της διατάξεως του άρθρου 222 ΚΠολΔ απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας αποτελεί εκδήλωση της έννομης σχέσης της δίκης και συνίσταται στο ότι το δικαστήριο δεσμεύεται να μη συζητήσει εκ νέου την ίδια διαφορά μεταξύ των αυτών διαδίκων. Η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία, λόγω εκκρεμοδικίας κατά την προαναφερθείσα διάταξη, μη επιβαλλόμενη από τον νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν συνιστά παράλειψη κηρύξεως δικονομικού απαραδέκτου, υπό την έννοια της διατάξεως του αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από τον νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (ΑΠ 712/2013 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1377/2012 ΧΡΙΔ 2013.132, ΑΠ 1276/2011 ΤΝΠ Νόμος). Η εκκρεμοδικία συνιστά δικονομικό απαράδεκτο της αγωγής που ασκήθηκε εκ νέου και έχει ως συνέπεια όχι την απόρριψη της δεύτερης αγωγής κλπ. αλλά την αναστολή της εκδικάσεως αυτής μέχρι την περάτωση ή κατάργηση της πρώτης δίκης (αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης). Η αναστολή διατάσσεται όχι μόνον κατόπιν προβολής ενστάσεως, αλλά και αυτεπαγγέλτως, όπως ρητά ορίζει το άρθρο 222 παρ.2 ΚΠολΔ, το οποίο έχει τεθεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος (ΠολΠρΑθ 3637/1998 ΤΝΠ Νόμος). Για να υπάρχει επομένως εκκρεμοδικία θα πρέπει να συντρέχουν οι κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεις, ήτοι του δεδικασμένου (ΑΠ 729/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1640/1999, ΑΠ 590/1992 ΕλλΔνη 35.76, ΑΠ 221/1988 ΕλλΔνη 29.1398, ΕφΠειρ 456/2014 ΤΝΠ Νόμος), χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση που υπάρχει δεδικασμένο, υπάρχει και εκκρεμοδικία. Όταν δεν συντρέχει περίπτωση εκκρεμοδικίας και αν ακόμη η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται από τη διάγνωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας μιας έννομης σχέσης, που κρίνεται από άλλο πολιτικό δικαστήριο, δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου προς αναστολή της εκδικάσεως της τελευταίας, αλλά υπάρχει απλώς η εκ του άρθρου 249 ΚΠολΔ διακριτική του ευχέρεια προς αναστολή ή μη, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών ενδεχομένως αποφάσεων (ΠολΠρΑθ 1070/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΠολΠρΠειρ 2637/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΠολΠρΘεσ 20561/1996 Αρμ 1997.273).

Ταυτότητα αντικειμένου, ως προϋπόθεση της εκκρεμοδικίας υπάρχει και όταν για το ίδιο δικαίωμα έχει ασκηθεί καταψηφιστική αγωγή και ύστερα αναγνωριστική, γιατί η πρώτη έχει ευρύτερο αντικείμενο που καθιστά περιττή την εκδίκαση της δεύτερης και, συνεπώς, επιτυχώς προβάλλεται ένσταση εκκρεμοδικίας, αφού το αντικείμενο της δεύτερης δίκης αποτελεί εξ ολοκλήρου και αντικείμενο της πρώτης. Στην αντίθετη περίπτωση δεν υπάρχει εκκρεμοδικία, γιατί η παρεχόμενη με τη δεύτερη αγωγή προστασία είναι ευρύτερη και πληρέστερη από εκείνη της πρώτης, αφού εξοπλίζεται με εκτελεστό τίτλο και το αίτημά της δεν καλύπτεται από το αίτημα της πρώτης αγωγής. Έτσι, δεν χωρεί μεν ένσταση εκκρεμοδικίας, αλλά θα πρέπει, προς αποτροπή κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, να αναβάλλεται η συζήτηση, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, της καταψηφιστικής αγωγής που ασκήθηκε μεταγενέστερα (βλ. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 221, αριθ.5 και άρθρο 222 αριθ.9, όπου και περαιτέρω παραπομπές σε θεωρία, Κεραμέως/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 222, αριθ.16, ΕφΑθ 11195/1995 ΕλλΔνη 1996.1122). Επισημαίνεται ότι, κατ’ άρθρα 215, 221 παρ.1 εδ.α΄, 222, 308 παρ.1 και 522 ΚΠολΔ, η εκκρεμοδικία διαρκεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και λήγει καταρχήν με την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής, χωρίς μάλιστα να απαιτείται η επίδοση αυτής (ΑΠ 5/1970 ΕλλΔνη 1970.566), ανεξάρτητα από το αν η αγωγή με την οριστική απόφαση γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται για λόγο δικονομικό ή ουσιαστικό (ενδεικτικά: ΕφΑθ 4067/1990 ΕΔΠολ 1992.43). Η εκκρεμοδικία της αγωγής αναβιώνει πάλι μόνο με την άσκηση έφεσης κατά της οριστικής απόφασης και εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος και ανατρέχει στον χρόνο έκδοσης της προσβληθείσας με την έφεση οριστικής απόφασης (ΑΠ 240/1998 Δ 1998.720, ΑΠ 314/1992 ΕλλΔνη 993.1326, ΕφΑθ 6975/1996 ΕλλΔνη 1998.157, ΕφΑθ 9021/1990 ΝοΒ 39.246), διαρκεί δε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εφέσεως (ΑΠ 1048/2009 ΕΠολΔ 2010.439). Αν ληφθεί υπόψη ότι, κατ’ απόκλιση από την αγωγή, η άσκηση του ενδίκου μέσου ολοκληρώνεται μόνο με την κατάθεσή του, χωρίς να απαιτείται επίδοση στον αντίδικο, αλλ’ ούτε και ορισμός δικασίμου, ο οποίος, κατά τη σαφή διατύπωση το άρθρου 498 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την άσκησή του, κι ότι οι συνέπειες του ενδίκου μέσου, μεταξύ των οποίων και η εκκρεμοδικία, κατ’ άρθρο 500 ΚΠολΔ, αφετηριάζονται από τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσής του, σαφές καθίσταται ότι η εκκρεμοδικία από ένδικο μέσο δεν έχει ως προϋπόθεση την επίδοσή του και κατ’ ακολουθία τον προσδιορισμό δικασίμου (βλ. Βαθρακοκοίλη, ό.π., άρθρο 221, αριθ.51, Κεραμέως, ό.π., άρθρο 222, αριθ.6, Νίκα, ό.π., σελ.159, σημ.774)- απόσπασμα από το σκεπτικό της υπ’ αρ. 1728/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ευγενία Φωτοπούλου, δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου