Υπολογισμός διατροφής ανήλικων τέκνων

Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1484, 1485, 1486 παρ. 2, 1487, 1489 παρ. 2 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι τα ανήλικα τέκνα (και αυτά που έχουν γεννηθεί εκτός γάμου, εφόσον έχουν αναγνωρισθεί εκουσίως ή δικαστικώς), και αν έχουν περιουσία και εφόσον τα εισοδήματα της περιουσίας τους δεν επαρκούν για τη διατροφή τους, έχουν δικαίωμα διατροφής έναντι των δύο γονέων τους, οι οποίοι υποχρεούνται να τα διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του. Το μέτρο της διατροφής, που πρέπει να του καταβληθεί, προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του ανηλίκου τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του. Δεν απαιτείται δε ο προσδιορισμός με ακρίβεια και του απαραίτητου, για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης του, που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του, χρηματικού ποσού, αλλά αρκεί η αναφορά του συνολικού ποσού της δαπάνης που αποτελεί την ανάλογη διατροφή του [1]. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβιώσεως που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτηρήσεως και εκπαιδεύσεως και την κατάσταση της υγείας του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες απαιτήσεις ή απλώς υπερβολικές αξιώσεις. Για να καθορισθεί το ποσό της διατροφής αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και αν δεν αρκούν τότε υπολογίζεται και η αξία των περιουσιακών τους στοιχείων και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου [2].

Η υποχρέωση διατροφής είναι κατά κανόνα χρηματική υποχρέωση, χωρίς όμως να αποκλείεται η εκπλήρωσή της και σε είδος. Παροχές σε είδος που συνυπολογίζονται στην υποχρέωσή του γονέα για διατροφή του τέκνου, είναι, μεταξύ άλλων, η συνεισφορά της οικοκυράς, η παροχή οικίας, καθώς και η παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την ανατροφή, περιποίηση, φροντίδα και επιμέλεια του τέκνου. Έτσι ο γονέας, που συζεί με το ανήλικο τέκνο, μπορεί, κατά τον υπολογισμό του οφειλόμενου από αυτόν ποσού διατροφής του, να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την εξαιτίας της συνοίκησης πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, όπως ενοίκιο, κατανάλωση ρεύματος, ύδατος, θέρμανσης κ.λ.π, καθώς και άλλες προσωπικές υπηρεσίες που απορρέουν από αυτή [3]. Στην αγωγή δεν είναι απαραίτητο να γίνεται αναφορά στις οικονομικές δυνάμεις του άλλου γονέα (δηλαδή του μη εναγομένου που συνήθως είναι ο έχων την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου), ούτε το δικαστήριο υποχρεούται αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει αυτές, προκειμένου να προβεί σε επιμερισμό της υποχρεώσεως διατροφής του ανηλίκου μεταξύ των δύο γονέων του. Αυτές ο εναγόμενος δικαιούται να τις επικαλεσθεί κατ’ ένσταση, προκειμένου να επιτύχει τον περιορισμό της δικής του υποχρεώσεως για τη διατροφή του τέκνου, κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα [4]. Aν το ανήλικο τέκνο, που δικαιούται διατροφή, στραφεί μόνο κατά του ενός γονέα, δικαιούται αυτός να επικαλεστεί κατ’ ένσταση, κατ’ άρθρα 1489 παρ. 2 του ΑΚ και 262 του ΚΠολΔ, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε με την απόδειξη της ένστασης αυτής, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου – γονέα για τη διατροφή του τέκνου του κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάσει αυτής, υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα [5].

Αντίθετα, ο άνω επιμερισμός της απαιτούμενης για το ανήλικο τέκνο διατροφής, μεταξύ των γονέων του, γίνεται χωρίς να απαιτείται η υποβολή ένστασης συνεισφοράς εκ μέρους του εναγόμενου, όταν με την αγωγή ζητείται όχι ολόκληρο το ποσό της απαιτούμενης για το ανήλικο διατροφής, αλλά μόνο το ποσό που αντιστοιχεί στην υποχρέωση συμμετοχής του εναγόμενου στη διατροφή αυτή, μετά την αφαίρεση της συμμετοχής του άλλου γονέα και σ’ αυτή την περίπτωση η ένσταση συνεισφοράς του άλλου γονέα αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό [6]. Κατά τον υπολογισμό των εισοδημάτων του υποχρέου διατροφής, η δαπάνη για την εξυπηρέτηση στεγαστικών ή καταναλωτικών δανείων, καθώς και ο φόρος εισοδήματος και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως ασφαλιστικές εισφορές κλπ, δεν προαφαιρούνται, αλλά απλώς η σχετική δαπάνη συνεκτιμάται ως επιπλέον βιοτική ανάγκη [7], υπό την προϋπόθεση, ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας σχετικός ισχυρισμός. [8]

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] ΑΠ 416/2007

[2] ΑΠ 1612/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 1384/2008, ΑΠ 823/2003

[3] ΑΠ 1612/2017, ΑΠ 826/1994

[4] ΑΠ 1156/2017

[5] ΑΠ 680/2010

[6] ΑΠ 1330/2011

[7] ΑΠ 680/2010, ΑΠ 471/200

[8]  ΑΠ 1020/202

Πηγή άρθρου