Υπό ποιες προϋποθέσεις η παρακώλυση χρήσης κοινόχρησ

Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Με τη διάταξη αυτή προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις -εκφάνσεις [πλευρές] του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.

Στην έννοια της προσωπικότητας εξάλλου, περιέχονται όλες εκείνες οι αστάθμητες αξίες, που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου και προστατεύονται όλα τα αγαθά που τη συγκροτούν, ήτοι, μεταξύ άλλων, α) στοιχεία αναφορικά με τη ζωή, σωματική ακεραιότητα και την υγεία του προσώπου [σωματικά αγαθά], β) στοιχεία αναγόμενα στον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου [ψυχικά αγαθά], γ) στοιχεία σχετικά με την ελευθερία προς ανάπτυξη της προσωπικότητας, δ) στοιχεία συνδεόμενα με την τιμή του προσώπου, ε) στοιχείο του ιδιωτικού βίου και της σφαίρας του απορρήτου [1]. Στην έννοια δε του δικαιώματος επί της προσωπικότητας περιλαμβάνονται όλα τα άυλα αγαθά, το οποία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το πρόσωπο και ανήκουν σε αυτό, προσδιορίζεται δε αυτό εννοιολογικά και με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 2 και 5 του ισχύοντος Συντάγματος, ενώ η συμπεριφορά με την οποία διαταράσσεται από τρίτους τέτοιο αγαθό κατά τρόπο, ώστε είτε να αλλοιώνεται ή να καταργείται η απορρέουσα από αυτό ωφέλεια, είτε να καθίσταται αδύνατη η απόλαυση του, συνιστά παράνομη προσβολή κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 του ΑΚ, όπως αυτές εμπλουτίζονται από το άρθρο 24 του Συντάγματος.

Τέτοια προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η χρήση κοινόχρηστου χώρου. Από το συνδυασμό του άνω άρθρου και των άρθρων 966, 967 και 59 του ΑΚ συνάγεται ότι, με την καθιέρωση κάποιου πράγματος ως κοινόχρηστου, το άτομο αποκτά εξουσία χρήσεως αυτού, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως άμεση εξουσία επί του πράγματος [νομή, οιονεί νομή ή κατοχή], είναι, όμως, απόρροια του επί της ιδίας προσωπικότητας ιδιωτικού δικαιώματος, η οποία [εξουσία χρήσεως] προσβάλλεται εξωτερικώς σε περίπτωση παρακωλύσεως της κοινής χρήσεως και η οποία, ως έκφανση της προσωπικότητας του πολίτη, περικλείει την ικανότητα για ακώλυτη ανάπτυξη της ανθρώπινης ενέργειας και προστατεύεται από το άρθρο 57 ΑΚ, που επιβάλλει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, του προσβληθέντος δικαιουμένου να απαιτήσει, επιπλέον, κατ’ άρθρο 59 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση για την εκ της προσβολής ηθική βλάβη του.

Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ το άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση  χρηματικής ικανοποίησης και υπαιτιότητα του προσβολέως [2]. Η αξίωση που απορρέει από την προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας συνίσταται, εκτός των άλλων, στην άρση της τελευταίας και την παράλειψή της στο μέλλον, εφόσον υπάρχει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής [προληπτική αξίωση για παράλειψη]. Για την άσκηση των παραπάνω αξιώσεων νομιμοποιείται ο χρήστης του συγκεκριμένου πράγματος ή το πρόσωπο [ως προς τα σωματικά ή ψυχικά αγαθά] που υπέστη την προσβολή.  [3]

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του ΑΚ συνάγεται ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος αποτελεί δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή δε υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια [άρθρο 330 ΑΚ], υπαίτια δε είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Πρόσφορη δε, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υφίσταται, όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη, με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης [4].

 

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

 

 

 

[1] βλ. ΑΠ 543/2009, ΑΠ 1095/2009, ΑΠ 261/2008, ΜΕφΠατρών 99/2021 και ΤρΕφΠατρών 57/2020 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»

[2] βλ. ΑΠ 158/2019 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»

[3] βλ. Εφ Αθ 18/2022 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»

[4] βλ. ΑΠ 532/2011, ΜΕφΠατρών 99/2021 και ΤρΕφΠατρών 57/2020 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»

Πηγή άρθρου