Το δικαστήριο οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα

Η αρχή της ηθικής απόδειξης, όπως τυποποιείται ιστορικά στο άρθρο 177 Κ.Π.Δ., συνιστά κεντρική αρχή που διέπει τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης.

Η διάταξη του άρθρου 177 παρ. 1 Κ.Π.Δ. συνυφαινόμενη με αυτή του άρθρου 139 Κ.Π.Δ. για την αιτιολογία, διαμορφώνουν μια αξιακή σταθερά στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που συνδέει την πεποίθηση με την αμερόληπτη αιτιολογημένη κρίση ως αποτέλεσμα της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών και της αξιοπιστίας των αποδείξεων.

Εξάλλου, με τη διάταξη της ΕΣΔΑ που ορίζει ότι “παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικαστεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου Δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως”, προκύπτει, ότι η πολιτεία μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το δικαστήριο, δηλαδή το δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι. Παραβίαση δε της ως άνω αρχής επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ` του Κ.Π.Δ.( ΑΠ 121/2021).

Πηγή: ΑΠ 121/2021 (ΠΟΙΝ)

 

Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, Δικηγόρος

[email protected]

 

 

Πηγή άρθρου