Tι ίσχυε πριν από την αντικατάστασ

Παραγραφή είναι ο θεσμός του δικαίου, εξαιτίας του οποίου μία αξίωση παραλύει, επειδή ο δικαιούχος της παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο. Με τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής η αξίωση δεν αποσβήνεται, αλλά εξακολουθεί να εκδηλώνει σημεία ζωής, υπάρχουσας ως φυσική ή ατελής ενοχή. Εξάλλου, η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της από τον οφειλέτη, ο οποίος λόγω της συμπλήρωσής της μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (άρθρ. 272 ΑΚ).

Ο θεσμός της «εν επιδικία» παραγραφής συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής επερχόταν μέχρι την 19η-2-2013 με την «έγερση» της αγωγής, χωρίς αυτή να επιφέρει αντίστοιχη αναστολή κατά τη διάρκεια της δίκης. Όριζε, λοιπόν το άρθρο 261 ΑΚ, όπως ισχύει πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013, επί λέξει τα εξής (αποτελώντας μεταφορά του άρθρου 2 του Ν. ΓΧΞ/1910): «Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου». Από τη διάταξη αυτή συναγόταν, ότι αν η παραγραφή διακόπτονταν με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν που είχε διακοπεί, άρχιζε σε κάθε περίπτωση – και ανεξαρτήτως από το είδος αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους- αμέσως μετά την έγερση της αγωγής και διακόπτονταν μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Έτσι, επί αξίωσης που είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπόκειτο, μπορούσε να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Ως διαδικαστική πράξη, δε, που συνεπαγόταν, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, τη διακοπή της παραγραφής, θεωρείτο κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, η οποία περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης. Σύμφωνα με το σκοπό της ίδιας διάταξης, για να αρχίσει εκ νέου η διακοπείσα παραγραφή από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, θα έπρεπε να είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης με πράξεις των διαδίκων. Τούτο, γιατί ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (άρθρ. 247 επ. ΑΚ) αποτελεί τη νομοθετικά προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και επομένως, δεν ήταν νοητή η παραγραφή της αξίωσης, όταν αυτός είχε ενεργήσει ό,τι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερο.

Ήδη, όμως, με το άρθρο 261 ΑΚ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013, ορίζεται ότι «Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλον τρόπο περάτωση της δίκης (παρ. 1). Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης (παρ. 2). Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (παρ. 3)».

 Έτσι, ορίστηκε νομοθετικά, καταλαμβάνοντας και τις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν είχε εκδοθεί, έως την έναρξη ισχύος της ανωτέρω διάταξης, τελεσίδικη απόφαση, η άσκηση της αγωγής ως ειδικό ανασταλτικό γεγονός του χρόνου νέας παραγραφής της αξίωσης, η οποία, διαφορετικά, θα άρχιζε αμέσως μετά τη διακοπή που επέρχεται, με την επίδοση της αγωγής και θα ήταν ισόχρονη, έστω και βραχυπρόθεσμη. Η ιδιότυπη αυτή αναστολή που καθιερώνεται με τη νέα ρύθμιση, εξακολουθεί από το ανωτέρω σημείο διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη επί της αγωγής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης εν επιδικία μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης ή τη με άλλο τρόπο περάτωση της δίκης και επαναφέροντας την παραγραφή εν επιδικία μόνον στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, μπορεί, όμως, η παραγραφή να διακοπεί εκ νέου με διαδικαστικές πράξεις διαδίκου.

Ως τελεσίδικη απόφαση νοείται η επερχόμενη με οποιονδήποτε τρόπο τελεσιδικία, όπως π.χ. με οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρέλευσης των προθεσμιών προς άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής τους, αποδοχή της απόφασης, αποδοχή της αγωγής κλπ, ενώ ως περάτωση της δίκης με άλλο τρόπο νοείται η κατάργηση της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (άρθρ, 293 ΚΠολΔ) ή με παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (άρθρ. 294-297 ΚΠολΔ), εφαρμοζομένου, επί παραίτησης από το δικόγραφο, του άρθρου 263 ΑΚ (ΑΠ 361/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 148/2017, ΝοΒ 2017/1296, ΑΠ 950/2015, ΝοΒ 2016/970).

Όπως προκύπτει από τη συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ, η αναστολή της παραγραφής, η οποία ξεκινά από τη χρονική στιγμή της διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής, διαρκεί για έξι μήνες, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου, συνεχίζει δε για όσο χρόνο δεν επιχειρούνται από τους διαδίκους διαδικαστικές πράξεις, ώστε κατ` αποτέλεσμα, η παραγραφή να συμπληρώνεται όταν παρέλθει χρόνος ίσος με την παραγραφή προσαυξανόμενος κατά έξι μήνες, υπό την προϋπόθεσή ωστόσο, της αδράνειας των διαδίκων (ΑΠ 361/2019, ΕΑ 683/2020, ΕφΠατρ 17/2020, ΕφΠατρ 60/2020, ΕφΠατρ 247/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) [βλ. 24/2023 ΕΦ ΛΑΜ, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος

Email: [email protected]

Πηγή άρθρου