Τα δικαιώματα των δανειστών επί εξώδικης και δικαστικής

Σχετικά με την αγωγή διανομής, σκόπιμο κρίνεται να γίνεται προσπάθεια εξωδικαστικής διανομής με στόχο την εκούσια διανομή αν είναι εφικτή. Στη δικαστική διανομή ισχύει η αρχή του διαιρετού των εμπράγματων δικαιωμάτων της υποθήκης, του ενεχύρου και της επικαρπίας. Με την τελεσιδικία της απόφασης που διατάσσει τη διανομή, τα δικαιώματα αυτά περιορίζονται στα διαιρεμένα τμήματα του κοινού, τα οποία λαμβάνει ο κοινωνός, που είναι οφειλέτης του ασφαλιζόμενου με υποθήκη ή ενέχυρο χρέους ή ο ψιλός κύριος αντίστοιχα (άρθρα 492-493 ΚΠολΔ). Άλλοις λόγοις, επί δικαστικής διανομής, τα δικαιώματα των τρίτων που έχουν εγγράψει υποθήκη, προσημείωση υποθήκης κλπ θα περιοριστούν μόνο στο μερίδιο του οφειλέτη κατά του οποίου ενεγράφησαν τα εν λόγω βάρη.

Ωστόσο, ζήτημα γεννάται αν η διάταξη του άρθρου 803 ΑΚ ισχύει για την εξώδικη διανομή ή αν και η τελευταία καταλαμβάνεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 492 και 493 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με μία γνώμη, τα άρθρα 492 και 493 ΚΠολΔ εισάγουν ουσιαστικό δίκαιο (βλ. Θ. Σκούρα σε Απ. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλου, Ερμηνεία, τόμος IV, έκδοση 1982, άρθρο 803, αριθ. 10, σελ. 216), αφού επαναπροσδιορίζουν, κατ’ απόκλιση από το άρθρο 803 ΑΚ, το εύρος των εμπράγματων δικαιωμάτων του ενεχύρου, της υποθήκης και της επικαρπίας μετά την τελεσίδικη διανομή του επικοίνου. Στο πλαίσιο της άποψης αυτής, ο περιορισμός των εμπράγματων δικαιωμάτων στις πραγματικές τους διαστάσεις, δηλαδή στα πράγματι βαρυνόμενα μέρη, εναρμονίζεται -σε αντίθεση προς τις δυσαρμονίες που δημιουργεί η εφαρμογή του άρθρου 803 ΑΚ – τόσο με τη φύση της εξώδικης διανομής ως ανταλλακτικής σύμβασης (πρβλ. άρθρα 239 παρ. 1, 206 και 1254 ΑΚ) όσο και με τη γενική αρχή του δικαίου «ουδείς μετάγει πλέον ου έχει δικαιώματος» και για το λόγο αυτό, οι διατάξεις των άρθρων 492-493 ΚΠολΔ θα πρέπει να καταλαμβάνουν οποιαδήποτε μορφή διανομής, είτε αυτή γίνεται εξώδικα είτε δικαστικά. Πλην όμως, ορθότερη θα πρέπει να θεωρηθεί η αντίθετη εκδοχή, που ανταποκρίνεται πληρέστερα στο πνεύμα του νόμου και επιτάσσει την αποκλειστική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 803 ΑΚ. Και τούτο, διότι οι δύο συγκρίσιμες περιπτώσεις εμφανίζουν μία βασική διαφοροποίηση που δεν επιτρέπει την αναλογική εφαρμογή, αφού διαφορετικά από τη δικαστική διανομή, όπου οι φορείς των ανωτέρω εμπράγματων δικαιωμάτων προσεπικαλούνται υποχρεωτικά στη δίκη (άρθρο 491 ΚΠολΔ) και δικαιούνται να εξασφαλίσουν τις απαιτήσεις τους με άλλους τρόπους (άρθρα 492-493 ΚΠολΔ), η εκούσια διανομή του κοινού διενεργείται αποκλειστικά μεταξύ των κοινωνών και ερήμην των τρίτων. Λόγοι προστασίας των δικαιούχων εμπράγματων δικαιωμάτων οδηγούν, συνεπώς, αυτονοήτως στην πλήρη εφαρμογή του άρθρου 803 ΑΚ στις περιπτώσεις της εξώδικης διανομής, κατά την οποία δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του ΚΠολΔ.

Χριστίνα Γεωργούλα, δικηγόρος-διαμεσολαβήτρια

Email: [email protected]

Πηγή άρθρου