Σύμφωνο συμβίωσης: δικαίωμα διατροφής συζύγου

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν. 4356/2015 για το σύμφωνο συμβίωσης ορίζεται ότι: «Στις προσωπικές σχέσεις των μερών του συμφώνου μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση στον παρόντα ή άλλο νόμο. Στις μη προσωπικές σχέσεις των μερών μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εκτός αν τα μέρη τις ρυθμίσουν διαφορετικά κατά τη σύναψη του συμφώνου με βάση τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης. Τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα πριν από τη γέννησή της».

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391, 1493 συνάγεται ότι οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας. Στην υποχρέωση αυτή, το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής περιλαμβάνονται ειδικότερα, η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους η κοινή υποχρέωση αυτών για τη διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή στη λειτουργία του κοινού οίκου. Η συνεισφορά αυτή των συζύγων γίνεται με την προσωπική τους εργασία τα εισοδήματα και την περιουσία τους έστω και απρόσοδης (βλ. ΟλΑΠ 9/1991 ΕλΔνη 33 σελ 1429).

Όταν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση, οπότε δεν υπάρχει κοινός οίκος» και «οικογενειακές ανάγκες» παύει μεν η υποχρέωση συνεισφοράς, διότι δεν είναι νοητή, αλλά ο σύζυγος, που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση από εύλογη αιτία ή εγκαταλείφθηκε από τον άλλο, δικαιούται να απαιτήσει από τον άλλο σύζυγο διατροφή σε χρήμα προκαταβαλλομένη κάθε μήνα με τις ίδιες προϋποθέσεις που δικαιούνταν κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, με τη διαφορά ότι, ενώ όταν υπάρχει συμβίωση οι υποχρεώσεις συνεισφοράς δεν συμψηφίζονται, αλλά εκπληρώνονται αθροιστικά, όταν διακοπεί η συμβίωση χωρεί ένα είδος συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, με την έννοια ότι δικαιούχος τελικά είναι μόνο ο σύζυγος, ο οποίος υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης οφείλει τη μικρότερη συνεισφορά και στον οποίο, εφόσον διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία ή εγκαταλείφθηκε από τον άλλο σύζυγο, οφείλεται ως διατροφή σε χρήμα η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής του μικρότερης συνεισφοράς (βλ. ΟλΑΠ 9/1991, ΑΠ 565/2002 ΕλΔνη 44 σελ. 438 ΑΠ 1382/2000 ΕλΔνη 42 σελ. 687, ΑΠ 1723/2003 ΕλλΔνη 45 σελ 840). Η διατροφή δηλαδή του δικαιούχου προσδιορίζεται σύμφωνα με τις ανάγκες του, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί υπό καθεστώς έγγαμης συμβίωσης συνεκτιμωμένων όμως και των νέων αναγκών που προέκυψαν με λήψη υπόψη των οικονομικών δυνάμεων – υπόχρεου από τη χωριστή διαβίωση και με συσχετισμό των εκατέρωθεν οφειλομένων συμβολών στην αντιμετώπιση των διαφορετικών αναγκών του ενός από τον άλλον (βλ. ΑΠ 1134/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 714/1984 ΕλΔνη 26 σελ. 431).

Εύλογη αιτία για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, θεωρείται, μεταξύ άλλων, κάθε γεγονός, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του υπόχρεου συζύγου, το οποίο, όμως αντικειμενικά δικαιολογεί τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης (βλ. ΑΠ 804/1994 ΕλΔνη 37 σελ. 98), ο δε τρόπος με τον οποίο επέρχεται η διάσπαση (εγκατάλειψη ή αποπομπή) δεν ενδιαφέρει. Έτσι, η εύλογη αιτία μπορεί να οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενός από τους συζύγους ή και των δύο (βλ. ΑΠ 1031/1993 ΕΕΝ 1994. 612). Ειδικότερα, κατά την αληθινή έννοια του όρου αυτού, εύλογη αιτία υπάρχει στην περίπτωση, κατά την οποία συντρέχουν περιστατικά και εν γένει συνθήκες, από τα οποία δύναται να ιδρυθεί υπέρ του διακόψαντος τη συμβίωση και ζητούντος τη διατροφή σε χρήμα συζύγου ο από το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ λόγος διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, για τον οποίο πλέον δεν απαιτείται υπαιτιότητα, όπως επίσης και στην περίπτωση που συντρέχουν περιστατικά και συνθήκες, υπό τα οποία και όταν αυτά δεν είναι ικανά προς ίδρυση του ως άνω λόγου διαζυγίου, η αξίωση του υποχρέου, προς παροχή της ζητούμενης από τον άλλο σύζυγο διατροφής για συμβίωση παρίσταται ως κατάχρηση δικαιώματος (βλ. ΑΠ 1659/2003 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 565/2002 ΕλΔνη 2003 σελ. 438, ΑΠ 1118/1999 ΕλΔνη 2003 σελ. 733). Τότε, μόνο, ο σύζυγος που είναι υπόχρεος σε διατροφή του άλλου απαλλάσσεται από την υποχρέωση αυτή, όταν η διάσπαση επήλθε για λόγους που αποκλειστικά ανάγονται στο πρόσωπο του δικαιούχου, ο οποίος διακόπτει τη συμβίωση από ίδια πρωτοβουλία και υπαιτιότητα παρά την αντίθετη θέληση του υπόχρεου που επιθυμεί την εξακολούθηση της (βλ. ΕφΠειρ 570/2014 ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με τα παραπάνω οι δαπάνες τοκετού της μητέρας-συζύγου, στις οποίες υποβλήθηκε, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, αποτελούν διατροφικές αξιώσεις της, οι οποίες μπορούν να αξιωθούν από τον υπόχρεο σύζυγο κατά τις ισχύουσες περί διατροφής διατάξεις. [1]

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] Απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 3936/2022 αποφάσεως του Μον. Πρ. Αθηνών (Ασφ)

Πηγή άρθρου