Στοιχεία ορισμένου αγωγής του εργολάβου

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση, δε, στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομι­κεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότη­τα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε, εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση. Η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψη της, ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 681 ΑΚ με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Κατά το άρθρο, δε, 694 εδ. α` ΑΚ η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου. Αν η αμοιβή συνίσταται σε χρήματα και δεν πιστώθηκε, είναι τοκοφόρα από την παράδοση του έργου.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής εργολάβου που ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, απαιτείται η επίκληση της καταρτισθείσης συμβάσεως μισθώσεως έργου, του συμφωνηθέντος έργου, της εκτελέσεως και παραδόσεως τούτου στον εργοδότη, της συμφωνηθείσης αμοιβής και του χρόνου παραδόσεως του έργου (ΑΠ 185/2020 ΝοΒ 2020.1621, ΑΠ 886/2018 ΝοΒ 2019.327, ΑΠ 257/2009 ΝοΒ 2009.1129, Α. Βαλτούδης, Η σύμβαση έργου κατά τον ΑΚ, έκδ. 2010, σσ. 171)[1].

Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδό­τη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετι­κό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολά­βος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του.

Η αμοιβή, μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ’ «αποκοπή», κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογι­στικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της. Εάν συμφωνήθηκε το σύστημα καθορισμού της αμοιβής κατά χρονικές μονάδες που αναφέρονται στη χρονική έκταση του αποτελέ­σματος και ειδικότερα στον προσδιορισμό αντί ορισμένου ποσού ανά ώρα μέχρι την ολοκλήρωση του έργου, προκειμένου να εξαχθεί η συνολική αμοιβή του εργολάβου, μετά την εκτέλεση του έργου ή τμήματος αυτού, πολλαπλασιάζεται ο αριθμός των ωρών που απαιτήθηκαν για την εκτέλεσή του με το συμφωνηθέν ανά ώρα ποσόν.

Επομένως η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον ερ­γοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, είναι ορισμένη κατά τις παραπάνω διατά­ξεις ουσιαστικού δικαίου και το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, όταν σ’ αυτήν περιγράφεται το έργο που συμφωνήθηκε, προσδιορίζεται το είδος και το ύψος της οφειλόμενης αμοι­βής και αναφέρεται ότι το έργο εκτελέσθηκε με τον προσήκοντα τρόπο και παραδό­θηκε στον εργοδότη και ειδικότερα, όσον αφορά την αμοιβή που συμφωνήθηκε, πρέπει να αναφέρεται αν αυτή είχε συμφωνηθεί κατά μονάδα εργασίας και ποια είναι αυτή κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέστηκαν (ΑΠ 882/2013, ΑΠ 1255/2010, ΕφΛαμ 54/2013 Νόμος)[2].

Ο επακριβής χρόνος κατάρτισης της εργολαβικής σύμβασης, δεν είναι αναγκαίο κατ` αρχήν, να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής και αρκεί ο προσδιορισμός του κατά μήνα (χωρίς την ημέρα) και έτος (εκτός αν ανακύπτει ζήτημα παραγραφής), ούτε ο ειδικότερος τρόπος καταβολής της αμοιβής, αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, αφού η αμοιβή είναι πληρωτέα κατ` αρχήν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ, σε χρήματα και κατά την παράδοση του έργου (ΑΠ 1367/2003, ΕλλΔ/νη 2004/1043, 1056)[3].

Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος

email: [email protected]

[1] Βλ. υπ’ αριθμόν 3894/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] Βλ. υπ’ αριθμόν 122/2015 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3] Βλ. υπ’ αριθμόν 1626/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

Πηγή άρθρου