σε τι διαφέρει η υπαναχώρηση

Σύμφωνα με το άρθρο 686 ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, την εκτέλεση του έργου, στο σύνολο της ή εν μέρει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του, μπορεί ο εργοδότης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του εργολάβου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη [1].

Όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη, με την οποία προβλέπεται η δυνατότητα αναμείξεως και εποπτείας του εργοδότη κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως και μέχρις αποπερατώσεως του συμφωνηθέντος έργου, χάριν ελέγχου της πορείας της εκτελέσεως αυτού και προλήψεως της μη έγκαιρης ή προσήκουσας εκτελέσεως αυτού και εξειδικεύονται και επεκτείνονται οι αρχές των άρθρων 683 και 685 ΑΚ, για την άσκηση υπαναχωρήσεως από τον εργοδότη, κατ’ εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 686 εδ. α ΑΚ), δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επομ. ΑΚ, διότι πρόκειται για νόμιμη υπαναχώρηση, που παρέχεται ευθέως από το νόμο, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 389 έως 396 ΑΚ [2]. Με την υπαναχώρηση, η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά και επέρχονται οι συνέπειες, που ορίζονται στο άρθρο 389 παρ. 2 ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν. Στην περίπτωση που εκτελέστηκε ένα μόνο μέρος του έργου, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον να υπαναχωρήσει μόνο σε σχέση με το τμήμα του έργου, που δεν έχει εκτελεστεί κατά το χρόνο της υπαναχώρησης, οφείλοντας στην περίπτωση αυτή μόνο αντίστοιχη αμοιβή για τις εργασίες, που μέχρι το χρόνο εκείνο εκτελέστηκαν. Η υπαναχώρηση αυτή ενεργεί στην πραγματικότητα ως καταγγελία της σύμβασης, αφού ισχύει για το μέλλον και δεν θίγει τη σύμβαση σε σχέση με το μέρος του έργου, που εκτελέστηκε μέχρι την άσκησή της [3].

Δεν αποτελεί, όμως, καταγγελία η δήλωση του εργοδότη, που τείνει στη λύση της σύμβασης, όταν επικαλείται αντισυμβατική συμπεριφορά του εργολάβου. Στη σχετική δήλωση υπαναχώρησης, πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι της, όχι μόνο για να μπορέσει ο εργολάβος να αμυνθεί, αλλά και για να μην προκύψει σύγχυση σχετικά με το αν πρόκειται για την υπαναχώρηση του άρθρου 686 εδ. α` ΑΚ ή για την καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ. Περαιτέρω, επί συμβάσεως έργου, ο εργοδότης έχει κατά το άρθρο 700 ΑΚ το δικαίωμα να καταγγείλει, οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή.

 Η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί υπαναχωρήσεως κατά το εδ. α` του άρθρου 686 του ΑΚ ή καταγγελίας κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή. Ο εργοδότης, που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος, αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυριστεί ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε, σύμφωνα με το άρθρο 686 εδ. α` του ΑΚ ή αναλόγως κατά τα άρθρα 383-385 ΑΚ και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή της αμοιβής στον εργολάβο, εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, αποτελεί υπαναχώρηση ή καταγγελία, η κρίση του όμως ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο [4].

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] βλ. ΑΠ 697/2019

[2] βλ. ΑΠ 652/2008

[3] βλ. ΑΠ 1376/2012, ΑΠ 1495/2011, ΑΠ 1035/2010

[4] βλ. ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 358/2014

Πηγή άρθρου