Προϋποθέσεις και διαδικασία για τη διαγραφή αγωγών από τα

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 220 παρ. 2 εδ. α’ ΚΠολΔ, αν οι αγωγές και ανακοπές που εγγράφηκαν στα βιβλία διεκδικήσεων είναι φανερά αβάσιμες, διατάσσεται η διαγραφή τους κατά τη διαδικασία των άρθρων 740 επ. ΚΠολΔ. Ο όρος «φανερά αβάσιμη» αγωγή αναφέρεται σε αγωγή που χαρακτηρίζεται ως αβάσιμη, χωρίς τη διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας. Στον όρο αυτόν εμπίπτει η απαράδεκτη αγωγή, η νόμω αβάσιμη αγωγή ή και η ουσία αβάσιμη αγωγή, για την οποία το Δικαστήριο σχηματίζει πεποίθηση μόνο από την εκτίμηση του δικογράφου της, χωρίς να έχει υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις (βλ. ΑΠ 1364/2010, ΝΟΜΟΣ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 759 του ίδιου Κώδικα, στην εκούσια δικαιοδοσία ισχύει ελεύθερη απόδειξη, δηλαδή το Δικαστήριο, με απόκλιση μόνο ως προς την αυτοψία και την πραγματογνωμοσύνη, δε δεσμεύεται από αποδεικτικούς κανόνες, ειδικά, δε, προκειμένου περί διαγραφής αγωγής από τα βιβλία διεκδικήσεων, για τη διακρίβωση του προφανώς αβασίμου της αγωγής, μπορεί να σχηματίσει πεποίθηση αποκλειστικά και μόνο από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, της οποίας ζητείται η διαγραφή και δεν έχει υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις ή να ερευνήσει άλλα έγγραφα, που προσκόμισαν οι διάδικοι. Δεν αποκλείεται, όμως, η δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκτιμήσει και τα άλλα προσκομιζόμενα έγγραφα, για να κρίνει αν η αγωγή, που είναι νομικά βάσιμη, είναι προφανώς αβάσιμη κατ’ ουσίαν, όπως, για παράδειγμα, λόγω παραγραφής εν επιδικία[1].

Περί φανερά αβάσιμης αγωγής πρόκειται και στην περίπτωση κατά την οποία η αγωγή έχει εγκαταλειφθεί επί μεγάλο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι η αδράνεια του ενάγοντος ως προς την εκδίκαση της αγωγής, εφόσον υπερβαίνει ένα εύλογο χρονικό διάστημα, παρέχει, κατά την κοινή πείρα και λογική, σοβαρή ένδειξη περί του αβασίμου του δικαιώματος που έχει ασκηθεί με την αγωγή (βλ. ΕφΔωδ 22/2016 ΕφΑΘ 4223/2012)[2]. Η αδράνεια του διεκδικητή ως προς την εκδίκαση της διεκδικητικής αγωγής, εφόσον υπερβαίνει ένα εύλογο χρονικό διάστημα, παρέχει, κατά την κοινή πείρα και λογική, σοβαρή ένδειξη περί του αβασίμου του δικαιώματος κυριότητας που έχει ασκηθεί με την αγωγή[3]. Άλλοι λόγοι που δικαιολογούν τη διαγραφή της αγωγής κατά την παραπάνω διάταξη, είναι η παραίτηση από το δικαίωμα που ασκείται με αυτή ή από το δικόγραφο, η παραγραφή της αξίωσης για την οποία ασκήθηκε η αγωγή, ο δικαστικός συμβιβασμός, καθώς και η εκκρεμότητα του δικογράφου για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς συζήτηση (ΕφΑιγ 273/2011, ΜΠρΑθ 3366/2008 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»)[4].

Με τη διάταξη αυτή, η οποία θεσπίστηκε για την αποδέσμευση των ακινήτων από εκβιαστικές εγγραφές διεκδικήσεων, προβλέπεται διαγραφή της αγωγής και πριν από την τελεσίδικη κρίση και ανεξάρτητα από το εάν αυτή είναι εκκρεμής ή έχει εκδοθεί οριστική περί απόρριψής της απόφαση, αφού από τη διατύπωση της διάταξης δε γίνεται διάκριση μεταξύ αγωγών εκκρεμών, απλώς, ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, ήτοι αυτών δηλαδή που δεν έχουν εισαχθεί προς εκδίκαση ή αγωγών επί των οποίων η συζήτηση έχει ήδη αρχίσει ή εκείνων επί των οποίων έχει ήδη εκδοθεί οριστική απορριπτική απόφαση (βλ. ΕφΑθ 4838/1996 ΕλλΔνη 1997, 877, ΜΠΚερκ 905/2018, ΝΟΜΟΣ).

Τη διαγραφή της αγωγής μπορούν να ζητήσουν, δεδομένου ότι στη διάταξη του άρθρ. 220 ΚΠολΔ δεν ορίζονται περιοριστικά τα δικαιούμενα προς τούτο πρόσωπα, τόσο ο κύριος του ακινήτου, όσο και κάθε άλλο πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, ενώ δεν απαιτείται προηγούμενη υποβολή σχετικής αίτησης στον αρμόδιο Υποθηκοφύλακα [ΜΠΑθ 4845/2Ο06, ΝΟΜΟΣ Μαργαρίτης/Μαργαρίτη, ΚΠολΔ I, άρθρ. 220, αρ. 7].

Εάν έχει παρέλθει δεκαετία από την κατάθεση της αγωγής ή της ανακοπής, η διαγραφή μπορεί να διαταχθεί και χωρίς κλήτευση του ενάγοντος ή του ανακόπτοντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 220 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ, εφόσον επιπλέον η κλήτευση είναι κατά την κρίση του δικαστηρίου δύσκολη (λ.χ. λόγω άγνωστης διαμονής, διαμονής στην αλλοδαπή, θανάτου και μη γνώσης των κληρονόμων). Το μη υποχρεωτικό της εν λόγω κλήτευσης αποφασίζεται από τον δικαστή προσδιορισμού και δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αιτούντος. Η κρίση του δικαστή θα σχηματιστεί από τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αίτησης διαγραφής, δεν αποκλείεται όμως το δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης να αχθεί σε άλλη κρίση και να διατάξει με απόφασή του την ως άνω κλήτευση[5].

Από τον συνδυασμό, δε, των άρθρων 220 παρ. 2, 739 και 740 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση αιτήσεως διαγραφής αγωγής κατ’ άρθρο 220 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο[6]. Κατά τόπο αρμόδιο είναι εκείνο στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του ο υποθηκοφύλακας που τηρεί τα βιβλία διεκδικήσεων στα οποία έχει γίνει η εγγραφή[7].

Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος

Email: [email protected]

[1] Βλ. 2265/2022 ΜΠΡ ΑΘ, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] Βλ. 632/2023 ΜΠΡ ΚΕΡΚ, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3] Βλ. 905/2018 ΜΠΡ ΚΕΡΚ, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[4] Βλ. 440/2022 ΜΠΡ ΠΑΤΡ, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[5] Βλ. 632/2023 ΜΠΡ ΚΕΡΚ, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[6] Βλ. 81/2021 ΕΙΡ ΡΟΔΟΥ, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[7] Βλ. Βασίλη Αντ. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση, έκδοση 1994, άρθρο 220, σελ. 1178

Πηγή άρθρου