Δευτέρα - Παρασκευή | 10:00 - 21:00 | ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ Κ. ΣΙΝΤΟΡΗΣ ΜΑΡΙΑ Β. ΤΟΓΕΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Γρηγορίου Λαμπράκη 29, Ηγουμενίτσα

Προϋποθέσεις εφαρμογής της ΑΚ 686 (καθυστέρηση εργολάβου στην εκτέλεση του έργου)

  • Αρχική
  • Νομικά Νέα
  • Προϋποθέσεις εφαρμογής της ΑΚ 686 (καθυστέρηση εργολάβου στην εκτέλεση του έργου)

Κατά τη διάταξη του άρθρου 686ΑΚ, «Αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή, αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου. Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της». Η υποχρέωση εμπρόθεσμης εκτέλεσης του έργου χαρακτηρίζεται ως κύρια υποχρέωση και είναι πράγματι μια από τις πλέον βαρύνουσες στην πράξη υπρχρεώσεις του του εργολάβου, για τον λόγο αυτό ο νομοθέτης δίνει στον εργοδότη ένα τόσο δραστικό δικαίωμα όπως αυτό της υπαναχώρησης. Στην πράξη όμως έχει γεννηθεί το ζήτημα αν ο εργοδότης δύναται να ασκήσει αντί του δικαιώματος υπαναχώρησης, ένα από τα ελαστικότερα δικαιώματα των γενικών διατάξεων (λ.χ. 336, 380ΑΚ). Η νομολογία έχει δεχθεί ότι η εφαρμογή των γενικών διατάξεων δεν αποκλείεται από την ύπαρξη του άρθρου 686ΑΚ και έχει κάνει δεκτές αξιώσεις για λύση της σύμβασης με υπαναχώρηση ένεκα καθυστερήσεων και μάλιστα χωρίς υπαιτιότητα του εργολάβου κατ’ άρθρο 390ΑΚ. Εξάλλου γίνεται δεκτό ότι η 686ΑΚ αποτελεί εξειδίκευση των γενικών διατάξεων των άρθρων 383 και 385 ΑΚ.

Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι:

α) μη έναρξη της εκτέλεσης του έργου ή βραδύτητα κατά την εκτέλεση του. Ο χρόνος ενάρξεως των εργασιών κρίνεται κάθε φορά κατά περίπτωση με αντικειμενικά κριτήρια. Αν δεν έχει συμφωνηθεί ένα συμβατικό χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του έργου, ο εφαρμοστήςτου δικαίου οφείλει να ερμηνεύσει τη σύμβαση είτε με βάση το άρθρο 200ΑΚ, ήτοι κατά τους κανόνες της καλής πίστης και τών συναλλακτικών ηθών, είτε, κυρίως με βάση το άρθρο 288ΑΚ που αποτελεί εξειδίκευση του άρθρου 200ΑΚ, αλλά και αναλογικά με βάση το άρθρο 323ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση του εργολάβου για μη επιβράδυνση του ρυθμού εκτέλεσης του έργου εξυπακούεται άτι υφίσταται και αν ακόμη ελλείπει σχετική συμφωνία των μερών, ο δε κατάλληλος συμβατικός ρυθμός εκτέλεσης προσδιορίζεται από τα κρατούντα στις συναλλαγές για την εκτέλεση παρόμοιων έργων και βάσει αυτού θαπροσδιοριστεί αναλογικά ο χρόνος εκτέλεσης των τμημάτων του έργου, εφόσον αυτός δεν έχει ρητά συμφωνηθεί.

β) Η μη έναρξη της εκτελέσεως ή η βραδύτητα πρέπει να μην οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη. Η αρνητική αυτή προϋπόθεση βρίσκει εφαρμογή κυρίως όπου απαιτείται σύμπραξη του εργοδότη για την εκτέλεση του έργου. Στις περιπτώσεις αυτές είναι λογικό όταν το έργο καθυστερεί εξαιτίας της άρνησης του εργοδότη να συμπράξει για την εκτέλεση του έργου, ο εργολάβος να μην φέρει ευθύνη. Η υπαιτιότητα του εργοδότη μπορεί να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο αλλά και σε αμέλεια, ακόμα και ελαφρά. Οσάκις ο εργολάβος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η μη έγκαιρη έναρξη ή βραδύτητα στην εκτέλεση οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση και τα θεμελιωτικά της ένστασης γεγονότα πρέπει να αποδεικνύονται από τον εργολάβο.

γ) Η μη έναρξη ή η καθυστερημένη έναρξη των εργασιών πρέπει να οδηγεί με βεβαιότητα σε υπέρβαση των χρονοδιαγραμμάτων παράδοσης του έργου. Με το άρθρο 686ΑΚ γίνεται σαφές ότι ο εργολάβος υποχρεούται να ξεκινήσει και να συνεχίσει την εκτέλεση του έργου κατά τρόπο τέτοιο που το έργο να παραδοθεί εμπροθέσμως. ‘Οταν έχουν συμφωνηθεί συγκεκριμένες προθεσμίες για την παράδοση του έργου ή και συγκεκριμένων τμημάτων αυτού, ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης όταν η καθυστέρηση της εκτέλεσης του έργου οδηγεί με βεβαιότητα σε παραβίαση του χρόνου παράδοσης του έργου ή των χρονοδιαγραμμάτων εκτέλεσης εφόσον τέτοια έχουν συμφωνηθεί. Επομένως, μόνο όταν η εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου έχει καταστεί ανέφικτη, έχει δικαίωμα ο εργοδότης να ασκησει το δικαίωμα υπαναχώρησης, διαφορετικά αυτό θεωρείται ως πρόωρα ασκηθέν, ακόμα και όταν παρατηρείται ότι ο εργολάβος θα πρέπει να επιταχύνει σημαντικά την εκτέλεση του έργου για να το ολοκληρώσει στον προβλεπόμενο χρόνο. Αν δεν ορίζεται στη σύμβαση ρητή ημερομηνία παράδοσης του έργου, ο εφαρμοστής του δικαίου καλείται να εκπμήσει με βάση την καλή πίστη τον χρόνο που απαπείται για την εκτέλεση έργων παρόμοιας φύσης, αν δε δεν μπορεί να ορισθεί, πρέπει η έναρξη της εκτελέσεως να γίνει παραχρήμα και το έργο να ολοκληρωθεί στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα (323ΑΚ). Στην τελευταία περίπτωση, για να καταστεί ο εργολάβος υπερήμερος στην εκτέλεση του έργου απαιτείται επιπλέον και όχληση (340ΑΚ).

δ) Η μη έναρξη της εκτελέσεως ή η βραδύτητα πρέπει να παρατηρείται μεσούσης της συμβάσεως, ήτοι σε χρόνο από τη σύναψη της συμβάσεως και μέχρι τον οριζόμενο χρόνο παράδοσης του έργου. Συνεπώς, μετά το πέρας του συμβατικού χρόνου παράδοσης του έργου εφαρμόζονται οι διατάξεις για την ανώμαλη εξελιξη της ενοχής, την υπερημερία του εργολάβου κτλ. Παρά τα ανωτέρω, τμήμα της νομολογίας επεκτείνει τον χρόνο εφαρμογής της διάταξης μέχρι τη, με δήλη μέρα, de facto παράδοση του έργου στον εργοδότη.

ε) Ζήτημα γεννάται αν για την εφαρμογή του άρθρου 686εδ.α ΑΚ απαιτείται υπαιτιότητα του εργολάβου και ποια τα δικαιώματα του εργοδότη σε περίπτωση ανυπαίτιας παραβίασης του εργολάβου. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα κρατεί η άποψη ότι δεν απαιτείται η υπαιτιότητα του εργολάβου, παρότι υποστηρίζεται και η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία η διάταξη του εδ.α 686ΑΚ είναι απλώς επεξηγηματική και πρέπει να ενταχθεί στο γενικότερο σύστημα της υπερημερίας η οποία προϋποθέτει πταίσμα. Πρακτικά, η τελευταία άποψη διαφέρει από την κρατούσα διότι για να εφαρμοστεί το εδ.α 686ΑΚ απαιτείται πταίσμα του εργολάβου και σε περίπτωση που παρατηρείται τέτοιο, ο εργοδότης για να υπαναχωρήσει πρέπει να τηρήσει τις διατυπώσεις των 383 επ. ΑΚ και μόνο εναλλακτικά να ζητήσει αποζημίωση. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη ο εργολάβος ευθύνεται τόσο για την έγκαιρη έναρξη των εργασιών, όσο και για την εμπρόθεσμη συνέχιση του έργου ακόμα και χωρίς πταίσμα, επομένως ευθύνεται τόσο για τα τυχηρά, όσο και για τα γεγονότα ανωτέρας βίας. Ανάμεσα στα γεγονότα ανωτέρας βίας εντάσσεται παραδοσιακά και η απεργία των εργατών του εργολάβου (Καράκωστας ό.π, άρθρο 686, αριθ. 2,3,4, ΜπρΘες 17595/2017, Αρμ 2018/10187).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 387 § 2 του ως άνω κώδικα, στο δικαίωμα της (συμβατικής) υπαναχώρησης κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών (686 § 1, 389 § 2, 387 § 2), σαφώς προκύπτει ότι εάν ο εργοδότης υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, επικαλούμενος κάποια από τις περιπτώσεις νόμιμης υπαναχώρησης, που αναφέρονται στο άρθρο 686 § 1 Α.Κ., η σύμβαση καταργείται από την αρχή (ex tunc) και συνεπώς αποσβήνονται όλες οι από αυτήν υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, οι οποίοι πλέον υποχρεώνονται να αποδώσουν κάθε τι που έλαβαν σε εκτέλεση της συμβάσεως, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επομένως, ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση από τη σύμβαση να αμείψει τον εργολάβο, ο οποίος αντιστοίχως δεν έχει αξίωση για την αμοιβή του, έχει όμως αξίωση από το άρθρο 904 Α.Κ., εφόσον ο πρώτος κατέστη πλουσιότερος άνευ νομίμου αιτίας, μάλιστα δε όταν το έργο που εκτελέστηκε μέχρι την υπαναχώρηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί απ’ αυτόν (Καυκάς, Ενοχ. Δικ. Άρθρο 686 §2 σελ. 819, ολ Α.Π. 568/75 ΝοΒ 23.1080, Α.Π. 1093/73 Νσ6 22.776, ΕΑ11988/90 ελλ. Δικ. 1992 σελ. 911). Ο ισχυρισμός του εναγόμενου – εργοδότη περί υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, αποτελεί όχι γνήσια, αλλά καταχρηστική ένσταση, δηλαδή με αυτή ο τελευταίος αντιτάσσει άρνηση του αναφερόμενου στην αγωγή δικαιώματος του εργολάβου περί καταβολής της αμοιβής του με βάση τη σύμβαση, οπότε σε περίπτωση που αποδεχθεί τέτοια υπαναχώρηση απορρίπτεται η αγωγή (βλ. Μπαλή, Ενοχ. Δικ. έκδ. 3η σελ. 323 § 91 αριθ. 6, Εφ Πατρ 48/2004, ΑΧΑΝΟΜ 2005/39, 80/2025 ΜονΕφΑθ αδημ.).

Ευγενία Α. Φωτοπούλου, δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου