Προϋποθέσεις αγωγής κακοδικίας κατ’ άρθρο 73 ΕισΝΚΠολ

Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 73 ΕισΝΚΠολΔ και 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, με αγωγή κακοδικίας μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση από δικηγόρο, συμβολαιογράφο και δικαστικό επιμελητή, λόγω της αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς κατά την άσκηση του λειτουργήματος του οποίου προκαλείται ζημία στον εντολέα ή τρίτο αντιστοίχως, οφειλώμενη σε δόλο ή βαριά αμέλεια του εναγομένου. Επομένως, στοιχεία της αγωγής κακοδικίας κατά των ανωτέρω προσώπων είναι: 1) αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά κατά την άσκηση του λειτουργήματος τους, 2) πρόκληση ζημίας στον εντολέα, αν πρόκειται για αντισυμβατική συμπεριφορά, ή και σε τρίτο πρόσωπο, αν πρόκειται για παράνομη συμπεριφορά και 3) δόλος ή βαριά αμέλεια, τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα ζημία[1].

Για τον προσδιορισμό του στοιχείου του παρανόμου σκοπητέες είναι κυρίως οι διατάξεις που διαγράφουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του εν λόγω δημοσίου λειτουργού και ειδικότερα οι διατάξεις των οργανικών νόμων της υπηρεσίας του. Βαριά είναι η αμέλεια, όταν η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη προς τα αγαθά των άλλων.

Σύμφωνα δε, με τις παραγράφους 1, 2, 3 και 5 του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, α) η αγωγή πρέπει να περιέχει όλους τους λόγους στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα, που ο ενάγων επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα, β) στην αγωγή επισυνάπτονται τα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη, και γ) δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων.

Επιπρόσθετα, δεν επιτρέπεται η άσκηση της αγωγής κακοδικίας όταν περάσουν έξι (6) μήνες από την πράξη ή την παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων. Με την τελευταία αυτή ρύθμιση, η οποία σαφώς αναφέρεται στο χρόνο τέλεσης της πράξης, ως εναρκτήριου χρόνου, θεσπίζεται ειδική βραχεία αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 279 ΑΚ), πέραν της οποίας το δικαίωμα για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση δεν μπορεί να ασκηθεί.

Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος “καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει”. Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς για την άσκηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η δικαστική προστασία. Τέτοιος περιορισμός είναι και η υποχρέωση για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής κακοδικίας, μέσα σε σύντομη αποσβεστική προθεσμία και δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των δικηγόρων, συμβολαιογράφων και δικαστικών επιμελητών, ως άμισθων δημόσιων λειτουργών, προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Έτσι, οι περιορισμοί στην άσκηση της αγωγής και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους πρέπει να αποβλέπουν στο να καταστήσουν προσεκτικό τον ενάγοντα και να περιφρουρήσουν το γενικότερο συμφέρον, που επιβάλλει ασφαλή και ταχεία εκκαθάριση τέτοιων δικών, αλλά να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο, που να καταλύουν το δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας, το οποίο καθιερώνει η πιο πάνω συνταγματική διάταξη. Καθίσταται όμως υπέρμετρος περιορισμός η πιο πάνω εξάμηνη προθεσμία, για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας, στο σημείο, που τοποθετεί την έναρξή της στο χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή και όχι στο χρόνο γνώσεως από τον ενάγοντα, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος, πολύ πριν λάβει γνώση ο ζημιωθείς. Ο περιορισμός αυτός, καθόσον συναρτάται με τον χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς, δεν είναι αναγκαίος, ούτε πρόσφορος για την απονομή της δικαιοσύνης, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, τις κρατούσες αντιλήψεις και την ιδιαίτερη φύση του προστατευόμενου ουσιαστικού δικαιώματος[2].

Επομένως, η ως άνω διάταξη, στον βαθμό μεν που αναφέρεται στη βραχεία προθεσμία, κρίθηκε σύμφωνη με τις σχετικές ρυθμίσεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 18/1999, ΑΠ 1057/2009, ΑΠ 1744/2008), στον βαθμό, όμως, που αναφέρεται στο χρόνο έναρξης της προθεσμίας και καθορίζει ως τέτοιο τον χρόνο τέλεσης της πράξης ή παράλειψης, ανεξαρτήτως γνώσης του ζημιωθέντος, κρίθηκε ότι προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ και, συνεπώς, η ανωτέρω προθεσμία αρχίζει από τη γνώση της πράξης και του υπαιτίου προσώπου (ΟλΑΠ 20/2000, ΟλΑΠ 18/1999, ΑΠ 1911/2013, ΑΠ 2207/2009, ΑΠ 1057/2009 ο.π,)[3].

 

Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος

Email: [email protected]

[1] Βλ. την υπ’ αριθμόν 73/2022 απόφαση Αρείου Πάγου, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] Βλ. την υπ’ αριθμόν 635/2023 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3] Βλ. την υπ’ αριθμόν 3691/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

 

Πηγή άρθρου