Πρόωρη αποπληρωμή ενυπόθηκου δανείου – Έννοια του “συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή” – Επιβαρύνσεις που δεν εξαρτώνται από τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως | Νομικά Νέα

  • Αρχική
  • Νομικά Νέα
  • Πρόωρη αποπληρωμή ενυπόθηκου δανείου – Έννοια του “συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή” – Επιβαρύνσεις που δεν εξαρτώνται από τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως | Νομικά Νέα

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος 

Με τη δημοσιευθείσα στις 09.02.2023 απόφασή του το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι το δικαίωμα του καταναλωτή, σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής του ενυπόθηκου δανείου του/της, σε μείωση του συνολικού κόστους του δανείου, δεν περιλαμβάνει επιβαρύνσεις που δεν εξαρτώνται από τη διάρκεια της σύμβασης.

Ιστορικό της υπόθεσης

Η VKI, ένωση με σκοπό την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, άσκησε αγωγή ενώπιον των αυστριακών πολιτικών δικαστηρίων με αίτημα να υποχρεωθεί η UCBA, η οποία αποτελεί πιστωτικό ίδρυμα, να παύσει να χρησιμοποιεί τυποποιημένη συμβατική ρήτρα κατά τη σύναψη συμβάσεων ενυπόθηκων πιστώσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/17/ΕΕ [οδηγίας σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία]. Η ρήτρα αυτή προβλέπει ότι, σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής της πιστώσεως από τον καταναλωτή, οι τόκοι και οι επιβαρύνσεις που εξαρτώνται από τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως πιστώσεως μειώνονται αναλογικά, ενώ «τα έξοδα διεκπεραιώσεως που δεν εξαρτώνται από τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως πιστώσεως δεν επιστρέφονται, ούτε καν αναλογικά».

Η VKI ισχυρίστηκε ότι μια τέτοια ρήτρα δεν είναι συμβατή με το άρθρο 25, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/17/ΕΕ, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα του καταναλωτή σε μείωση του συνολικού κόστους της πιστώσεως σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής της. Παρέπεμψε συναφώς στην απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2019, Lexitor, C‑383/18, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ [οδηγίας για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης], το οποίο προβλέπει τέτοιο δικαίωμα στον τομέα των συμβάσεων καταναλωτικής πίστεως, έχει την έννοια ότι το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει άπαντα τα έξοδα των οποίων η καταβολή επιβλήθηκε στον καταναλωτή.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της VKI, με το σκεπτικό ότι η οδηγία 2014/17/ΕΕ καθιερώνει σύστημα διαφορετικό εκείνου της οδηγίας 2008/48/ΕΚ. Οι δύο εν λόγω οδηγίες παρουσιάζουν διαφορές, μεταξύ άλλων, όσον αφορά την έννοια του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή» το οποίο μειώνεται σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής.

Το εφετείο μεταρρύθμισε την ως άνω απόφαση, κρίνοντας ότι, λόγω του σχεδόν πανομοιότυπου γράμματός τους, το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ και το άρθρο 25, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/17/ΕΕ πρέπει να ερμηνεύονται κατά τον ίδιο τρόπο. Λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως Lexitor, C‑383/18, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από την οδηγία 2014/17/ΕΕ το συμπέρασμα ότι οι επιβαρύνσεις που δεν εξαρτώνται από τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως πιστώσεως δεν πρέπει να επιστρέφονται αναλογικά.

Επιληφθέν αναιρέσεως (Revision) που άσκησε η UCBA, το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία), δηλαδή το αιτούν δικαστήριο εν προκειμένω, εκτίμησε ότι δεν είναι εντελώς προφανές ότι πρέπει να υιοθετηθεί η προσέγγιση του εφετείου.

Κατά το αιτούν δικαστήριο, θα μπορούσε βεβαίως να γίνει δεκτό ότι, λαμβανομένων υπόψη του σχεδόν πανομοιότυπου γράμματος των δύο διατάξεων και του κοινού σκοπού της διασφαλίσεως αυξημένης προστασίας του καταναλωτή που επιδιώκεται με αμφότερες τις οδηγίες, το άρθρο 25, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/17/ΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο με το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ.

Εντούτοις, οι διεπόμενες από την οδηγία 2008/48/ΕΚ συμβάσεις καταναλωτικής πίστεως παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με τις διεπόμενες από την οδηγία 2014/17/ΕΕ ενυπόθηκες ή σχετικές με ακίνητα συμβάσεις πιστώσεως, καθόσον οι δεύτερες προβλέπουν εν γένει πολλές επιβαρύνσεις οι οποίες δεν εξαρτώνται από τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως και των οποίων το ύψος δεν τελεί πραγματικά υπό τον έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο μνημόνευσε, μεταξύ άλλων, τα έξοδα εκτιμήσεως της αξίας του ακινήτου, βεβαιώσεως της γνησιότητας των υπογραφών για την εγγραφή της υποθήκης στο κτηματολόγιο, αιτήσεως εγγραφής της υποθήκης με σκοπό τη μεταβίβαση ή σύστασης ενεχύρου και καταχωρίσεως για την αίτηση εγγραφής της υποθήκης στο κτηματολόγιο.

Επιπλέον, όσον αφορά τις επιβαρύνσεις που δεν εξαρτώνται από τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως στο πλαίσιο της οδηγίας 2014/17/ΕΕ, η σύμβαση δεν παρέχει στον δανειστή καμία ευχέρεια ώστε αυτός να χαρακτηρίσει εκ νέου τις συγκεκριμένες επιβαρύνσεις ως εξαρτώμενες από τη χρονική αυτή διάρκεια ισχύος. Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, ως προς το ζήτημα αυτό, τα αυστριακά δικαστήρια ελέγχουν, εν ανάγκη μέσω εκ νέου χαρακτηρισμού, αν ορισμένες επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στον καταναλωτή αντιστοιχούν σε αμοιβή για την προσωρινή χρήση κεφαλαίων ή αν έχουν ως σκοπό την αποζημίωση παροχής του δανειστή η οποία δεν εξαρτάται από τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 25, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/17/ΕΕ δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι το δικαίωμα του καταναλωτή σε μείωση του συνολικού κόστους της πιστώσεως σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής της καταλαμβάνει μόνον τους τόκους και τις επιβαρύνσεις που εξαρτώνται από τη διάρκεια ισχύος της πιστώσεως.

Γίνεται υπόμνηση ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

Πηγή άρθρου