Πότε θεωρείται ουσιώδης η πλάνη περί τα παραγωγικά αίτι

Σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 140 ΑΚ, «αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας». Πλάνη υπάρχει λοιπόν, όταν ο δικαιοπρακτών εννοούσε τη δήλωσή αυτού με νόημα διαφορετικό από εκείνο που έχει εκ του νόμου ή αγνοούσε τις έννομες συνέπειες της δήλωσής του. Έτσι, αν κάποιος υπογράφει έγγραφο, θεωρώντας εσφαλμένως ότι περιλαμβάνει ορισμένο περιεχόμενο διαφορετικό, ευρίσκεται σε πλάνη, η οποία είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για όλη τη δικαιοπραξία, ώστε το πρόσωπο που πλανήθηκε δε θα επιχειρούσε αυτήν, αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση. Η άγνοια πρέπει εντούτοις να τυγχάνει ανεπίγνωστη και όχι συνειδητή, διότι αυτός που γνωρίζει ότι ευρίσκεται σε άγνοια ή διατηρεί αμφιβολίες ως προς την αλήθεια ορισμένης κατάστασης και παρ` όλα αυτά ενεργεί, δεν ευρίσκεται σε πλάνη, όπως ακριβώς συμβαίνει επί παραδείγματι όταν κάποιος υπογράφει έγγραφο, τελώντας εν γνώσει ότι αγνοεί το περιεχόμενό του, δεν έχει κατανοήσει αυτό ή δε γνωρίζει τις έννομες συνέπειές του (βλ. ΑΠ 463/2008, ΕλλΔνη 2009.1738, ΑΠ 1096/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5779/2009, ΕλλΔνη 2010.507, ΕφΘεσ 1397/1999, ΔΕΕ 1999.1154, ΠΠρΠατρ 448/2019, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΠΠρΠατρ 219/2019, ΠΠρΠατρ 524/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Δυνάμει επιπροσθέτως της διάταξης του άρθρου 143 ΑΚ, η πλάνη που ανάγεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης και δεν επιφέρει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Αν όμως τα παραγωγικά αίτια τέθηκαν ως αίρεση ή συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και αποτέλεσαν βάση ή προϋπόθεση αυτής κατά τη βούληση αμφότερων των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η πλάνη ως προς τα προδιαληφθέντα αίτια αποβαίνει ουσιώδης και μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν τα περιστατικά, επί των οποίων κυρίως στήριξαν τα μέρη τη σύναψη της σύμβασης, ως δικαιοπρακτικό της θεμέλιο, δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων ανατράπηκαν (βλ. ΟλΑΠ 35/1998, ΟλΑΠ 5/1990, ΑΠ 1441/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση δικαιοπραξίας, λόγω πλάνης, αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επόμενη ημέρα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας (ά. 241εδ.α ΑΚ), στην περίπτωση, όμως, που η πλάνη εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία, η αποσβεστική προθεσμία των δύο (2) ετών αρχίζει από την επόμενη ημέρα, αφότου πέρασε η κατάσταση που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλόμενου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, μετά, την πάροδο διετίας από τη δικαιοπραξία ή από τότε που πέρασε η κατάσταση της πλάνης, αποκλείεται η ακύρωση αυτής τόσο με αγωγή όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας. Το αντίθετο δεν προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 273 ΑΚ, που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, διότι η διάταξη αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να γίνει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ, ανάλογή εφαρμογή της και επί αποσβεστικής προθεσμίας, αφού δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της δικαιοπραξίας. Επιπροσθέτως, η ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 273 ΑΚ αποκλείεται επί αποσβεστικής προθεσμίας σε κάθε περίπτωση, διότι η παραγραφή αφορά πάντοτε τις αξιώσεις υποστατού δικαιώματος και οι ενστάσεις από τις αξιώσεις αυτές δεν παραγράφονται, με την έννοια ότι μπορούν να προβληθούν και μετά την παραγραφή των αξιώσεων, ενώ με την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας παύει να υπάρχει το διαπλαστικό δικαίωμα προς ακύρωση της δικαιοπραξίας, ώστε να μη νοείται πλέον η ύπαρξη αξίωσης και πολύ περισσότερο ένστασης, που να πηγάζει από μη υποστατό δικαίωμα (βλ. ΑΠ 1447/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 280 ΑΚ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος. Κατά συνέπεια, εφόσον από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει η πάροδος της τασσόμενης από τον νόμο προθεσμίας, και χωρίς αίτηση ή ένσταση του εναγόμενου, απορρίπτεται η αγωγή που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχει αποσβεστεί (βλ. ΑΠ 654/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 194/2012 Αρμ 2012.1735, ΑΠ 1447/2010, ό.π., ΜΕφΘεσ 1233/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΗρ 115/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). [1]

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] ΠΠρΠατρών 443/2021

Πηγή άρθρου