Πότε παραγράφονται τα δικαιώματα του αγοραστή

Από τις διατάξεις των άρθρων 554 και 555 εδ. α΄ΑΚ προκύπτει ότι τα δικαιώματα του αγοραστή λόγω πραγματικού ελαττώματος ή έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας παραγράφονται μετά την πάροδο πέντε ετών για τα ακίνητα και δύο ετών για τα κινητά, ενώ η παραγραφή αρχίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, ακόμη και αν ο αγοραστής ανακάλυψε το ελάττωμα ή την έλλειψη της ιδιότητας αργότερα. Ενόψει του ότι ο όρος «παραγραφή» χρησιμοποιείται χωρίς διάκριση στις παραπάνω διατάξεις και του ότι σε παραγραφή υπόκεινται μόνο οι αξιώσεις (άρθρο 247 ΑΚ), θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι τα χρονικά πλαίσια άσκησης των  δικαιωμάτων του αγοραστή που καθορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 554-558 ΑΚ, έχουν χαρακτήρα παραγραφής μόνο ως προς τις αξιώσεις για διόρθωση ή αντικατάσταση του αγοραστή και του πωλητή (άρθρα 540 παρ. 1 αρ. 1 και 546 παρ. 1 ΑΚ) και την αξίωση αποζημίωσης (άρθρα 543. 544 ΑΚ), ενώ ως προς τα διαπλαστικά δικαιώματα της μείωσης του τιμήματος (άρθρο 540 παρ. 1 αρ. 2 ΑΚ) και της υπαναχώρησης (άρθρο 540 παρ. 1 αρ. 3 ΑΚ) έχουν χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας (άρθρα 297, 298 ΑΚ), η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον βεβαίως προκύπτει η συμπλήρωση αυτής από το υλικό της δικογραφίας (ΕφΝαυπλ 82/2012, ΕφΙωαν 322/2004, ΕφΑΘ 6250/1999 δημ. ΝΟΜΟΣ), ενώ εκ του λόγου αυτού, ήτοι εφόσον πρόκειται για αποσβεστική προθεσμία, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 261 εδ. β’ ΑΚ περί συμπλήρωσης της παραγραφής σε επιδικία (ΑΠ 684/1992 ΕλλΔνη 1994. 95, ΕφΑΘ 6250/1999 ΕλλΔνη 2000. 535 – βλ. και Π. Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο Ι, εκδ. 2002, παρ. 50.13, σελ. 301 – 302). Έτσι, μέσα στα χρονικά πλαίσια των δύο ή πέντε ετών θα πρέπει να ασκηθούν νομότυπα τα παραπάνω δικαιώματα του αγοραστή.

Ειδικότερα, αν πρόκειται για τις αξιώσεις διόρθωσης, αντικατάστασης ή αποζημίωσης, ο αγοραστής οφείλει, μέσα στο χρόνο της παραγραφής, να ασκήσει τη σχετική αναγνωριστική ή καταψηφιστική αγωγή κατά του πωλητή ή να επιτύχει τη διακοπή της παραγραφής με κάποιον άλλο τρόπο από αυτούς που προβλέπονται στα άρθρα 260 επ. ΑΚ. Όταν όμως πρόκειται για τα διαπλαστικά δικαιώματα της υπαναχώρησης ή της μείωσης του τιμήματος ισχύουν τα ακόλουθα: Τα δικαιώματα αυτά μπορούν να ασκηθούν και με άτυπη εξώδικη δήλωση του αγοραστή και από την περιέλευση της δήλωσης αυτής στον πωλητή επέρχεται η διάπλαση της νέας έννομης κατάστασης που συνδέεται με την άσκηση τους. Αυτό συμβαίνει την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι ο αγοραστής είχε πραγματικά το σχετικό διαπλαστικά δικαίωμα. Συνεπώς, στις περιπτώσεις που ο αγοραστής ασκεί δικαίωμα υπαναχώρησης ή μείωσης του τιμήματος (όχι με αγωγή αλλά) με εξώδικη δήλωση, είναι υποχρεωμένος να απευθύνει αυτή τη δήλωση του πωλητή μέσα στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 554 ΑΚ. Η σκοπούμενη διάπλαση θα επέλθει βέβαια τότε, εφόσον ο αγοραστής είχε πραγματικά το αντίστοιχο δικαίωμα, πράγμα που – σε περίπτωση αμφισβήτησης εκ μέρους του πωλητή – θα κριθεί από το δικαστήριο ύστερα από σχετική αγωγή του αγοραστή (αναγνωριστική ή καταψηφιστική) ή του πωλητή (αναγνωριστική), οι οποίες μπορούν να ασκηθούν και αφού παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 554 ΑΚ. Ωστόσο, ενόψει του ότι έτσι υφίσταται θεωρητικά ο κίνδυνος να καθυστερήσει η άσκηση των σχετικών αγωγών για την αναγνώριση της ύπαρξης του δικαιώματος του αγοραστή για υπαναχώρηση ή μείωση του τιμήματος, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η άσκηση εκ μέρους του (αγοραστή) της σχετικής αγωγής μετά την (αδικαιολόγητη) πάροδο μακρού χρόνου από την εξώδικη άσκηση του δικαιώματος, ενδέχεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να αντιβαίνει στην απαγόρευση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Π. Κορνηλάκης ό.π., σελ. 307).

Αντιθέτως, στην περίπτωση που ο αγοραστής ασκεί το δικαίωμα της υπαναχώρησης ή της μείωσης του τιμήματος με αγωγή, η αγωγή αυτή πρέπει να ασκηθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 554 ΑΚ (Π. Κορνηλάκη, ό.π. σελ. 304 επ.). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 557 ΑΚ, ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεστεί την πιο πάνω παραγραφή, αν απέκρυψε ή αποσιώπησε με δόλο το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, οπότε θα ισχύσει γι’ αυτόν η εικοσαετής παραγραφή, της διάταξης του άρθρου 249 ΑΚ). Πρόκειται για αντένσταση, την οποία οφείλει να προτείνει και να αποδείξει ο αγοραστής. Για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 557 ΑΚ αρκεί είτε η δόλια απόκρυψη, δηλαδή η χρήση παραπλανητικών μέσων για να εμποδιστεί ο αγοραστής να αντιληφθεί το πραγματικό ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, είτε η δόλια αποσιώπηση, δηλαδή να μην γνωστοποίησε ο πωλητής στον αγοραστή το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, του οποίου την ύπαρξη είτε γνώριζε είτε βασίμως υποπτευόταν, εφόσον αυτό γίνεται με πρόθεση να επηρεαστεί ευνοϊκά η απόφαση του τελευταίου για την αγορά του πράγματος (ΑΠ 1341/2007 ΕλλΔνη 2008. 1683). Κατά την ορθότερη άποψη, κρίσιμος χρόνος για τη διαπίστωση της δόλιας συμπεριφοράς του πωλητή είναι στις πωλήσεις είδους ο χρόνος κατάρτισης της πώλησης και στις πωλήσεις γένους ο χρόνος μετάθεσης του κινδύνου, αφού σε αυτό το χρονικό σημείο επικεντρώνεται η προσπάθεια του πωλητή να «πείσει» τον αγοραστή να αγοράσει το πράγμα (Π. Κορνηλάκης. ό.π, σελ. 309 – 310). Απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 2722/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

Πηγή άρθρου