Εργολαβικό δίκης: πότε καθίσταται απαιτητή η αξίωση των δικηγόρων

Κατά την 1η παρ. του άρθρου 60 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) επιτρέπεται η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας, η οποία εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε την 4η παρ. του ίδιου άρθρου, η πιο πάνω συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή αυτός ή ο κατά τον αυτόν ή άλλο βαθμό πληρεξούσιος ή υποκατάστατος. Εάν ελλείπει ο όρος αυτός, η συμφωνία είναι άκυρη κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ και δεν συνεπάγεται αποτελέσματα [1]. Ακόμα, σύμφωνα με την ρητή διάταξη του άρθρου 60 παρ. 4 εδ. β΄ ν. 4194/2013 τα μέρη δύνανται να συμφωνήσουν στην καταβολή εξόδων.

Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι η περί αμοιβής απαίτηση του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς την διεξαγωγή της δίκης ή την διεκπεραίωση της εργασίας, τελεί υπό αναβλητική αίρεση (άρθρο 201 ΑΚ) και γεννιέται, καθιστάμενη απαιτητή, όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό επιτυχώς η διαφορά, δηλαδή από τη στιγμή που ο εντολέας ικανοποιηθεί από τη δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς του με ενέργειες του δικηγόρου ή περαιωθεί η εργασία. [2]

 Ως επιτυχής δε έκβαση της δίκης ή περαίωση της εργασίας, άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς.

Η πιο πάνω αναφερόμενη σύμβαση, γνωστή ως “εργολαβία δίκης”, είναι υποσχετική και κατά συνέπεια ο δικηγόρος, μετά την πλήρωση της προαναφερθείσας αναβλητικής αίρεσης, δεν αποκτά αυτοδικαίως το ποσοστό επί του αντικειμένου της δίκης που συνιστά την αμοιβή του, αλλά έχει ενοχική αξίωση έναντι του εντολέα του για τη μεταβίβαση ή την καταβολή του ποσοστού αυτού. [3] Η σχέση δε, που προκύπτει μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέως του από την παραπάνω σύμβαση, διέπεται κατά βάση από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, συμπληρωματικά δε από τις περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ. [4]

Η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ενήργησε την εξώδικη πράξη ή την τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη ή έπαυσε από οποιοδήποτε λόγο να εκπροσωπεί τον εντολέα του, ενώ στην περίπτωση της αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η επιδίωξή της από την ανάκληση της εντολής. [5]

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

 

[1] ΑΠ 187/2014 Αρμεν 2014.1079, ΕλΣυν 3410/2014 ΝΟΜΟΣ

[2] ΑΠ 193/2008, ΑΠ 48/2006, ΑΠ 1909/2008 ΕλλΔνη 2010.717, ΕφΑθ 6826/2008 ΕλλΔνη 2012.180, ΕλΣυν 3410/2014 ΝΟΜΟΣ

[3 ΑΠ 48/2006 και ΑΠ 1373/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[4] ΑΠ 810/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[5] ΑΠ 19019/2008 ΕλλΔνη 2010.717

Πηγή άρθρου