Πότε η παράδοση επιταγής στον δανειστή αποτελεί προσ

Κατά τα άρθρα 416, 417 και 418 ΑΚ η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή στο δανειστή ή όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επιτρέψει να δεχτεί την καταβολή και πρέπει η καταβολή να είναι προσήκουσα. Η κατ’ άρθρο 316 ΑΚ μερική καταβολή παγίως έχει κριθεί ότι συνιστά μη προσήκουσα καταβολή (ΑΠ 44/2004 ΤΝΠ Νόμος).

Η επιταγή είναι, κατά το νόμο, μέσο πληρωμής, όχι όμως υποχρεωτικό για το δανειστή (όπως είναι το τραπεζογραμμάτιο). Η παράδοση από τον οφειλέτη επιταγής δεν αποτελεί καταβολή, ούτε δόση αντί καταβολής της αρχικής υποχρέωσης, ώστε να αποσβήνεται η απαίτηση του δανειστή και αυτό γιατί ο δανειστής, που έχει στα χέρια του το αξιόγραφο αυτό, δεν έχει ακόμα ικανοποιηθεί, αφού δεν έγινε κύριος του αντίστοιχου ποσού ούτε απέκτησε αξίωση κατά της πληρώτριας τράπεζας για καταβολή. Η πληρώτρια τράπεζα δεν έχει υποχρέωση πληρωμής απέναντι στο κομιστή της επιταγής. Τέτοια υποχρέωση έχει η πληρώτρια Τράπεζα μόνο απέναντι στον εκδότη της επιταγής και μόνο μέχρι το ποσό του λογαριασμού του. Η πληρώτρια Τράπεζα επιταγής συνδέεται συμβατικά μόνο με τον εκδότη της επιταγής με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση επιταγής. Ο οφειλέτης θα ελευθερωθεί, εφόσον δεν ορίσθηκε σαφώς το αντίθετο, πράγμα που οφείλει να αποδείξει, μόνο όταν καταβληθούν πραγματικώς τα χρήματα στο δανειστή ή καταχωρηθούν στον λογαριασμό του. Ο ισχυρισμός του οφειλέτη ότι προς εξόφληση της οφειλής του οπισθογράφησε προς τον δανειστή χρηματόγραφο, αποτελεί κατά νόμο καταβολή της παροχής από τη βασική σχέση (υπόσχεση αντί καταβολής), μόνον εφόσον αυτός (ο οφειλέτης) επικαλείται (και αποδεικνύει) σχετική συμφωνία προς απόσβεση της παλαιάς ενοχής με σύσταση νέας, η οποία στηρίζεται πλέον αποκλειστικά στο χρηματόγραφο (ΑΚ 421 και 438). Συνεπώς, μόνο η οπισθογράφηση του χρηματογράφου στον δανειστή συνιστά υπόσχεση χάριν καταβολής, δηλαδή ανάληψη και νέας υποχρέωσης, του οφειλέτη, βαίνουσα παράλληλα προς την παλαιά, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) του χρηματογράφου (βλ. ΑΠ 1739/2002, ΕλλΔ/νη 44, 1616, ΑΠ 883/2000, ΕλλΔ/νη 42, 403, ΕφΑθ 1469/2008, Εφθεσ 2445/2007 ΤΝΠ Νόμος, Α. Γεωργιάδης, Γενικό Ενοχικό, παρ. 45, αριθ. 21 και σημ. 19, Μάρκου, Δίκαιο της Επιταγής, εκδ. β`, σελ. 28 επ. ιδίως σελ. 30). Σε κάθε περίπτωση πάντως το εάν η προσφορά πληρωμής με τραπεζική επιταγή είναι πραγματική και προσήκουσα κρίνεται, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, σύμφωνα με την καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (βλ. την υπ’ αριθμόν 594/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ο Ν. 5960/1933, που αποτελεί το ισχύον για τις επιταγές δίκαιο, δεν χρησιμοποιεί πουθενά τον όρο «τραπεζική» ή «ιδιωτική» ή «τραπεζιτική». Χρησιμοποιεί τον όρο «επιταγή» αδιακρίτως. «Τραπεζική» επιταγή καλείται στις συναλλαγές η επιταγή όταν εκδότης της είναι η ίδια η πληρώτρια Τράπεζα, σε αντιδιαστολή με την επιταγή που εκδίδει πελάτης της Τράπεζας που ονομάζεται «ιδιωτική» ή «τραπεζιτική». Και τα δύο είδη επιταγών είναι «επιταγή» κατά την έννοια του Ν. 5960/1933.

Ο όρος «τραπεζική επιταγή» χρησιμοποιείται στο άρθρο 5 Π.Δ. 380/1994 και στο καταστατικό της Τράπεζας της Ελλάδος. Στην τραπεζική επιταγή δεν υπάρχουν τα τρία αρχικά και διαφορετικά πρόσωπα της συνήθους επιταγής (εκδότης – λήπτης – πληρωτής), αλλά η ιδιότητα του εκδότη και του πληρωτή συμπίπτουν.Από καμιά διάταξη της κείμενης νομοθεσίας δεν ορίζεται ότι η επιταγή που εκδίδει Τράπεζα είναι μετρητά ή ότι η επιταγή αυτή υποκαθιστά το χρήμα (τα τραπεζογραμμάτια). Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου, κατ` επιταγή του Νόμου (βλ. άρθρο 89 του Ν. 1041/1980, που αντικατέστησε τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του ΑΝ 1819/1951 και ΥΑ 101/2005 (ΥΑ 1010195/531/0016, Πολ. 1015 ΦΕΚ Β` 206/2005 «Καταβολή οφειλών στις ΔΟΥ με επιταγές ή με μετρητά», 1013229/9597/0016 ΦΕΚ Β` 293/2003 «Καταβολή οφειλών στις ΔΟΥ αποκλειστικά με επιταγές», άρθρο 16 παρ. 5 Ν. 2992/2002 ήδη Ν. 3842/2010 άρθρο 20 παρ. 3) οι πληρωμές γίνονται για λόγους σύλληψης φορολογικής ύλης ή διευκόλυνσης των συναλλασσόμενων με το Δημόσιο με επιταγή, μόνη η παράδοση της επιταγής δεν επιφέρει απόσβεση της ενοχής αλλά απαιτείται και είσπραξή της, δηλ. οι επιταγές αυτές δίνονται χάριν καταβολής (ΕφΑθ 3350/1987, ΕλλΔ/νη 29,161, Μάρκου, Το Δίκαιο της Επιταγής, β` έκδοση, σελ. 30). Η παραδοχή της άποψης ότι η επιταγή που εκδίδεται από την ίδια την πληρώτρια Τράπεζα είναι χρήμα μετρητό ενέχει τον κίνδυνο οι εμπορευόμενες το χρήμα Τράπεζες να υποκαταστήσουν το προνόμιο της εκδοτικής τράπεζας με απρόβλεπτες για την οικονομία συνέπειες. Και στις δύο περιπτώσεις, δηλ. τόσο στην τραπεζική όσο και στην τραπεζιτική επιταγή ο δανειστής δεν αποκτά την κυριότητα των χρημάτων.

Όμως, παρά την υποστηριζόμενη άποψη (Βλ. Μάρκου, ό.π., σελ. 13) ότι οι όροι «τραπεζική» και «τραπεζιτική» στερούνται νομικού περιεχομένου, στην εκδιδόμενη από την ίδια την πληρώτρια Τράπεζα επιταγή υπάρχει κάτι το επί πλέον για τον κομιστή της δανειστή. Ενώ, με τη συνήθη επιταγή των πελατών της Τράπεζας (τραπεζιτική ή ιδιωτική) ο δανειστής δεν συνδέεται, όπως προεκτέθηκε, με καμιά συμβατική σχέση με την πληρώτρια τράπεζα και καμιά απαίτηση δεν έχει εναντίον της, παρά μόνο δικαίωμα προσδοκίας, στην εκδιδόμενη από την πληρώτρια Τράπεζα επιταγή (τραπεζική), ο δανειστής συνδέεται με την Τράπεζα ως εκδότρια και με την εμφάνιση της επιταγής η τελευταία υποχρεούται ως εκδότρια και εν ταυτώ πληρώτρια να πληρώσει τον κομίζοντα αυτήν δανειστή. Στην επιταγή που εκδίδει η Τράπεζα ο οφειλέτης της χρηματικής παροχής δεν έχει κανένα δικαίωμα στο ποσό της επιταγής, ενώ ο δανειστής στο όνομα του οποίου εκδίδεται ή μεταβιβάζεται με οπισθογράφηση καθίσταται δικαιούχος του ποσού από την επιταγή. Έτσι, στη σύγχρονη συναλλακτική πρακτική αποφεύγεται η μεταφορά μετρητών χρημάτων και η εξόφληση των διαφόρων χρηματικών υποχρεώσεων γίνεται με επιταγές που εκδίδονται από Τράπεζα στην οποία ο οφειλέτης διατηρεί λογαριασμό. Κατ` ακολουθίαν τούτων, η παράδοση μιας τέτοιας επιταγής στον δανειστή πρέπει να γίνει δεκτό, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής και συναλλακτικής πίστης, ότι αποτελεί προσήκουσα καταβολή (βλ. την υπ’ αριθμόν 594/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

Πηγή άρθρου