Πότε μπορεί να ζητηθεί δικαστικά ο διορισμός προσωρινής

Κατά τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ, ορίζεται ότι: «Αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση του νομικού προσώπου, ή, αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου, ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών διορίζει προσωρινή διοίκηση ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον».

Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από τη γενικότητα της διατυπώσεώς της, εφαρμόζεται σε κάθε είδους νομικό πρόσωπο, και συνεπώς και στις εμπορικές εταιρείες κάθε μορφής, μεταξύ των οποίων και οι ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες. Στις περιπτώσεις της ομόρρυθμης και ετερόρρυθμης εταιρείας, οι οποίες αποτελούν ενώσεις προσώπων κατ’ εξοχήν προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα, ισχύει η βασική αρχή της αυτοδιαχείρισης. Σύμφωνα με αυτήν, η έξωθεν επιβολή μιας δοτής διοίκησης εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για τους ομόρρυθμους εταίρους, λόγω της απεριόριστης ευθύνης τους για τα εταιρικά χρέη και δεν συμβιβάζεται με το έντονα προσωπικό και εμπιστευτικό στοιχείο που πρέπει να επικρατεί στις εσωτερικές σχέσεις της εταιρείας, προκειμένου η ύπαρξη και λειτουργία της να μη στερείται νοήματος.

Στις εταιρείες αυτές, δηλαδή, για να έχουμε έλλειψη διοίκησης, κατά την έννοια του άρθρου 69 ΑΚ, πρέπει να κωλύονται όλοι οι ομόρρυθμοι εταίροι και το καταστατικό να μην προβλέπει αναπλήρωσή τους ή, αν πρόκειται για σύγκρουση συμφερόντων, πρέπει να συγκρούονται τα συμφέροντα όλων των ομορρύθμων εταίρων με τα συμφέροντα της εταιρείας (ΜΠρΘεσ 11016/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1333/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 2711/2018, Δ/νη 2019/523).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 259 παρ. 1 ν. 4072/2012 περί «Βελτιώσεως επιχειρηματικού περιβάλλοντος – Νέας εταιρικής μορφής – Σημάτων – Μεσιτών ακινήτων – Ρυθμίσεως θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 86/11.04.2012), η ομόρρυθμη εταιρεία λύνεται: α) με την πάροδο του χρόνου διάρκειάς της, β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση και δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, ενώ στην εταιρική σύμβαση μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσεως της εταιρίας.

Βάσει, δε, της διάταξης του άρθρου 259 παρ. 2 του Ν. 4072/2012, η αίτηση εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249 και 259 του ιδίου ως άνω Ν. 4072/2012, όπως ισχύουν, συνάγεται ότι η ομόρρυθμη εταιρεία λύεται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Η δικαστική λύση της εταιρίας για σπουδαίο λόγο αφορά τόσο την εταιρία αορίστου όσο και την ορισμένου χρόνου. Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της διατήρησης της επιχείρησης και δεδομένου ότι προβλέπεται και δικαίωμα εξόδου του εταίρου, σύμφωνα με το άρθρο 261 του αυτού ως άνω νόμου, το δικαίωμα δικαστικής λύσης της εταιρείας συνιστά έσχατο μέσο αντιμετώπισης της κατάστασης που ανέκυψε με τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου και εγείρεται, επομένως, μόνο σε περίπτωση που δεν ανευρέθη άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου. Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται κατά τις περιστάσεις και σε συνάρτηση με τη γενικότερη οργάνωση της συγκεκριμένης εταιρείας, η οποία θα αποτελεί τον κύριο οδηγό για την εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης που δημιούργησε ο επικαλούμενος σπουδαίος λόγος. Η ύπαρξή του θα πρέπει πάντως να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εταιρείας. Αυτές οι επιπτώσεις είναι απαραίτητο να παρουσιάζουν το στοιχείο της μονιμότητας και να μην έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Εξάλλου, ο σπουδαίος λόγος πρέπει κατά βάση να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρείας και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα προσωπικά στοιχεία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο (ΑΠ 1085/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο, υπό το πρίσμα των διατάξεων του ως άνω νόμου οι οποίες επικεντρώνουν περισσότερο στην οπτική της εμπορικής επιχείρησης, φορέας της οποίας είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας παρά στον προσωποπαγή συμβατικό εταιρικό δεσμό, είναι η κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και η έλλειψη κερδών, η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων και η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, οι διαρκείς διαφωνίες, η έλλειψη συνεργασίας, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης κ.λπ. (ΜΠρΘεσ 11016/2021 και ΑΠ 671/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου