Πώς πραγματοποιείται η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία

Παρατίθεται σχετικά η υπ’ αριθμ. 39/2021 Γνώμη της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων [1]:

«Κατά τα γενικώς κρατούντα στην πολιτική δικονομία, η ανταγωγή συνιστά αυτοτελή αίτηση παροχής έννομης προστασίας του εναγομένου κατά του ενάγοντος, η οποία εισάγεται στο δικαστήριο της κύριας δίκης για να συνεκδικασθεί. Με αυτήν εισάγεται νέο αντικείμενο δίκης προς δικαστική διάγνωση και νέα αξίωση δικαστικής προστασίας διαφορετική της αγωγής, και θεμελιώνεται νέα έννομη σχέση δίκης, που ενώνεται και συνεκδικάζεται σε κοινή διαδικασία με αυτήν την αγωγής. Παράλληλα, δεν είναι προαπαιτούμενη και ούτε δεδομένη η ύπαρξη συνάφειας μεταξύ αγωγής και ανταγωγής .

Από τον παραπάνω χαρακτήρα της ανταγωγής προκύπτει ότι για τον αντενάγοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εξακολουθούν να ισχύουν, αυτοτελώς για αυτούς και για την ανταγωγή, όλες οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τον ν. 4640/2019, ειδικότερα δε η υποχρέωση της έγγραφης ενημέρωσης του άρθ. 3 παρ. 2 και της διεξαγωγής Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) για το παραδεκτό της συζήτησης της ανταγωγής (βλ. και σκέψεις της γνώμης αρ. 32/2021).

Δεδομένου ότι η ανταγωγή δεν εξαρτά την αυθυπαρξία της από την αγωγή (βλ. 268 παρ. 4 ΚΠολΔ), αλλά προς τον σκοπό εξυπηρέτησης των αρχών της οικονομίας της δίκης που διέπουν την ανταγωγή, κατ’ αρχήν προκρίνεται η διεξαγωγή κοινής ΥΑΣΔ, με ρητή αναφορά στο πρακτικό τόσο της αγωγής όσο και της ανταγωγής. Σε κάθε περίπτωση, είτε προτιμηθεί κοινή ΥΑΣΔ με τον ίδιο διαμεσολαβητή, είτε ξεχωριστή ΥΑΣΔ με άλλον διαμεσολαβητή, θα πρέπει να τηρηθεί όλη η προβλεπόμενη στο άρθ. 7 ν. 4640/2019 διαδικασία.

Περαιτέρω, στην ΚΠολΔ 238 παρ. 1 εδαφ. δ΄ δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια η αφετηρία υπολογισμού της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων επί της ανταγωγής, η οποία, κατ’ ορθή ερμηνεία, εκκινεί με την κατάθεση της (κύριας) αγωγής. Εξάλλου, κατ’  άρθ. 9 ν. 4640/2019, η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας αναστέλλει τις δικονομικές προθεσμίας των άρθ. 237 και 238 ΚΠολΔ, για όσο χρόνο διαρκεί η διαμεσολάβηση. Με αυτό το δεδομένο, προκύπτει ότι, στην περίπτωση που διεξαχθούν δύο διαφορετικές ΥΑΣΔ για την (κύρια) αγωγή και την ανταγωγή, ενδέχεται να διαρκέσει η κάθε μία διαφορετικό χρονικό διάστημα, ώστε να επέλθει αναντιστοιχία στον χρόνο αναστολής των προθεσμιών των ΚΠολΔ 237 και 238 για την (κύρια) αγωγή και ανταγωγή.

Ακολούθως, και μετά από τις παραπάνω παρατηρήσεις, θα πρέπει να διακρίνουμε αν η ΥΑΣΔ της (κύριας) αγωγής πραγματοποιείται πριν ή μετά την άσκηση της ανταγωγής. Στην περίπτωση που η ΥΑΣΔ της (κύριας) αγωγής πραγματοποιείται μετά την άσκηση της ανταγωγής, τότε θα πρέπει να διεξαχθεί μία και μόνη ΥΑΣΔ υπό τον ίδιο διαμεσολαβητή, προς επίτευξη της οικονομίας της δίκης (βλ. και σκέψεις της γνώμης αρ. 32/2021). Στην αντίθετη περίπτωση όμως, για να μην καταστρατηγηθούν οι προθεσμίες του άρθ. 237 παρ. 4 ΚΠολΔ, προσήκει η αναστολή της προθεσμίας της ΚΠολΔ 237 παρ. 1 και για την (κύρια αγωγή) για το χρονικό διάστημα που διαρκεί η ΥΑΣΔ της ανταγωγής, ώστε οι δύο προθεσμίες να συμπορεύονται και να επιτευχθεί ο στόχος της κοινής τους συνεκδίκασης».

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] Προσπελάσιμη σε https://www.diamesolavisi.gov.gr/gnomes-epitropis-nomikon-thematon

Πηγή άρθρου