Πώς γίνεται ο υπολογισμός της αξίας των διανεμητέων

Για την εύρυθμη λειτουργία της αυτούσιας διανομής, ο ΚΠολΔ θέτει ορισμένες βασικές αρχές, οι οποίες άλλοτε συνιστούν γενικές κατευθύνσεις προς το δικαστή, άλλοτε ανυψώνονται σε προϋποθέσεις καθ’ εαυτής της κατανομής σε μέρη. Σύμφωνα με το άρθρ. 482 παρ. 2 εδ α΄(πρβλ. όμως άρθρ. 1889 ΑΚ), για την κρίση περί αναλογίας μερών – μερίδων λαμβάνεται σε κάθε περίπτωση υπόψη η αξία του ή των διανεμητέων κατά το χρόνο σχηματισμού των μερών (άρθρ. 482 παρ. 2 εδ α). Η διάταξη αυτή εισάγει απόκλιση από το γενικό κανόνα του αρ. 10 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του αντικειμένου της δίκης είναι ο χρόνος άσκησης της αγωγής. Έτσι, στις δίκες διανομής αποφασιστικός για τον υπολογισμό της αξίας των διανεμητέων είναι ο χρόνος έκδοσης της δικαστικής απόφασης και όχι ο χρόνος κατάθεσης του αγωγικού δικογράφου ή της συζήτησης της αγωγής. Η απόκλιση αυτή βρίσκει τη δικαιολογία της στη διευκόλυνση της αυτούσιας διανομής, αφού καθιστά δυνατή τη λήψη υπόψη και μεταβολών της αξίας, που επήλθαν σε χρόνο μετά την κατάθεση της αγωγής. Καθορισμός της αξίας των διανεμητέων αντικειμένων προ του χρόνου σχηματισμού των μερών είναι ανεπίτρεπτος, ενώ αν γίνει κάτι τέτοιο χωρεί έφεση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Ως «αξία» νοείται η αληθινή αγοραία αξία των διανεμόμενων πραγμάτων (συναλλακτική αξία) [1], ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των κοινωνών ή τα έξοδα της αυτούσιας διανομής, αδιάφορα αν αυτά ξεπερνούν τα έξοδα της διανομής με πλειστηριασμό [2]. Η ανωτέρω συναλλακτική αξία προσδιορίζεται με βάση το αποδεικτικό υλικό, λαμβανομένων πάντως, υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας ή τυχόν πασίδηλων γεγονότων που μεσολάβησαν, ιδίως αναφορικά με μεταβολές της αξίας των διανεμητέων. Αν η μεταβολή της αξίας των διανεμητέων οφείλεται σε νομισματικούς, οικονομικούς ή άλλους γενικά όρους, νέες αποδείξεις για τη μεταβληθείσα αξία δεν διατάσσονται (αρθρ. 482 παρ. 2 εδ. β). Αποτρέπεται έτσι η παρέλκυση και διαιώνιση της δίκης διανομής, λόγω την αλλεπάλληλων τυχόν αυξομειώσεων της αξίας των διανεμητέων [3]. Αντίθετα, το άρθρο 482 παρ. 2 εδ. β δεν εφαρμόζεται όταν πρόκειται για αύξηση της μείωσης ή έκτασης και γενικά της φυσικής υπόστασης των διανεμητέων, από την οποία απορρέει και η μεταβολή της αξίας τους, όπως λ.χ. καταστροφή συνεπεία σεισμού ή μεταβολή που επιβλήθηκε κατ’ εφαρμογή νόμου και αφορά ειδικά τα διανεμητέα όπως λ.χ. η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως με ρυμοτομία [4]. Αν η αυτούσια διανομή αποφασίστηκε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κρίσιμος είναι ο χρόνος έκδοσης της απόφασης του εφετείου, που σχημάτισε τα μέρη (άρθρ. 535 παρ. 1) [5]. Στην περίπτωση αυτή θεωρείται επιτρεπτή η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων αναφορικά με την αξία των μερών κατά το χρόνο σχηματισμού τους (άρθρ. 529), όχι όμως και αναφορικά με την στο μεταξύ επελθούσα υπεραξία τους, ενόψει του απαγορευτικού κανόνα του άρθρ. 482 παρ. 2 εδ. β [6].

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

email: info@efotopoulou.gr

Πηγή: Λήδα Θ. Πιψού, «Δικαστική Διανομή», Σάκκουλας 2006, σελ. 221 – 223.

[1] ίδετε Μπέης, ΠολΔ, αρθ. 482 αρ. 4., σ. 1789 / Κεραμεύς-Κονδύλης-Νίκας ΚΠολΔ Ι, αρ. 482, αρ. 2

[2] Καράσης στον ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, αρ. 1118, αρ. 94

[3] ΑΠ 587/1994, ΝοΒ 1975. 155 (156)

[4] ΑΠ 555/1976, ΝοΒ 1976. 1071

[5] Αυτονόητο είναι ότι αν η έφεση απορριφθεί, κρίσιμος είναι ο χρόνος έκδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης. ΕφΑιγ 8/1973, Αμρ 1973. 706 (709)

[6] Μπέης, ΠολΔ, αρθ. 482, αρ. 3, σ. 1789

Πηγή άρθρου