πώς επέρχεται η λύση της

Από τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 και 817 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση χρησιδανείου η οποία είναι ενοχική, διαρκής, ατελώς αμφοτεροβαρής και χαριστική σύμβαση που μπορεί να καταρτιστεί και ατύπως, έστω και αν έχει αντικείμενο ακίνητο, έχει ως περιεχόμενο την εκ μέρους του χρήστη παραχώρηση της χρήσης του κινητού ή ακινήτου πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στον χρησάμενο, ο οποίος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης που μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο είτε για ορισμένο χρόνο (ΑΠ 1913/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η λήξη της σύμβασης χρησιδανείου καθορίζεται είτε με συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων είτε από το σκοπό του χρησιδανείου, όπως αυτός συνομολογήθηκε. Εάν το χρησιδάνειο συμφωνήθηκε να είναι ορισμένου χρόνου, η σύμβαση λήγει με την πάροδο αυτού, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία και ο χρήστης δικαιούται να αναζητήσει το πράγμα οποτεδήποτε. Εάν η σύμβαση χρησιδανείου είναι αορίστου χρόνου, η σύμβαση λήγει αυτοδικαίως αφότου ο χρησάμενος έκανε χρήση του πράγματος ή όταν παρέλθει ο χρόνος κατά τον οποίο μπορούσε να κάνει χρήση.

Εκτός των περιπτώσεων αυτών κατά τη διάταξη του άρθρου 817 ΑΚ, μπορεί ο χρήστης να αναζητήσει το πράγμα οποτεδήποτε, με άτυπη και απρόθεσμη καταγγελία στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν ο χρησάμενος κάνει χρήση του πράγματος διαφορετική από τη συμφωνηθείσα, β) αν εξαιτίας της χρήσης που κάνει ο χρησάμενος το πράγμα περιέρχεται σε κατάσταση χειρότερη από αυτή από την οποία βρισκόταν όταν παραδόθηκε σε αυτόν, γ) αν ο χρησάμενος παραχώρησε το πράγμα σε τρίτον χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα και ιδίως χωρίς τη συναίνεση ή έγκριση του χρήστη, δ) αν ο χρήστης χρειάζεται το πράγμα εξαιτίας επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης. Στην τελευταία περίπτωση απαιτείται να πρόκειται περί ανάγκης της οποίας η ικανοποίηση δεν μπορεί να αναβληθεί χωρίς ουσιώδη ζημία του χρήστη και την οποία δεν μπορούσε υπαιτίως ή ανυπαίτιος να προβλέψει ο χρήστης. Επιπλέον όσον αφορά στο χρησιδάνειο αορίστου χρόνου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 323, 505 επ. 608 παρ. 2, 669 παρ. 2 εδ. α και 767 παρ. 1 ΑΚ, ο χρήστης δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση οποτεδήποτε με τακτική καταγγελία, τάσσοντας στον χρησάμενο και εύλογη προθεσμία για απόδοση του πράγματος (Εφ Λαρ. 20/2003 ΝοΒ 2003,1054).

Σε κάθε περίπτωση από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 810, 816, 817 και 288 ΑΚ, προκύπτει ότι το δικαίωμα του χρήστη για αναζήτηση του πράγματος πρέπει να ασκείται όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη και επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί ακαίρως και κατά τρόπο προσκρούοντα στην αρχή της καλής πίστης (AΠ 1903/2008 ΕλΔ 2010, 782). Το άκαιρο και η αντίθεση στην καλή πίστη είναι έννοιες μεταβλητές στο χρόνο ανάλογα με τις περιστάσεις που τίθενται στην κρίση του αρμοδίου δικαστηρίου. Είναι δηλαδή δυνατόν η αναζήτηση του χρησιδανείου να είναι άκαιρη και να αντίκειται στη συναλλακτική καλή πίστη σε κάποιο χρονικό σημείο, αλλά κατόπιν να μεταβάλλονται οι συνθήκες σε τέτοιο τρόπο ώστε να εκλείψει το στοιχείο του άκαιρου και η προς την καλή πίστη αντίθεση της αναζήτησης. Μετά την κατά τα ανωτέρω λήξη ή λύση της σύμβασης χρησιδανείου, εάν ο χρήστης είναι κύριος του πράγματος, μπορεί να αναζητήσει είτε με την ενοχική αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με τη διεκδικητική αγωγή στηριζόμενη στο δικαίωμα της κυριότητας (ΕφΔωδ 166/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον η άρνηση του χρησάμενου να αποδώσει μετά τη λήξη ή τη λύση της σύμβασης το πράγμα δημιουργεί κατάσταση παράνομη και ο χρήστης, εφόσον κατ` αυτό τον τρόπο προσβάλλεται παράνομα με αποβολή από τη νομή του πράγματος, δικαιούται να ζητήσει την απόδοση της νομής του κατά τα άρθρα 984, 987 ΑΚ (ΑΠ 1472/2013, ΧρΙΔ 2014,186) [1].

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1]  ΕφΠατρ 434/2021 ΤΝΜ ΝΟΜΟΣ

Πηγή άρθρου