Πώς επέρχεται η διακοπή της δίκης στο Εφετείο

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α ’, 287  και 290 του Κ.Πολ.Δικ ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846  και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της εφέσεως και μέχρι να τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Εφετείου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (βλ. σχετ. ΑΠ 1058/2017  Δημ. Νόμος, ΑΠ 807/2017  Δημ. Νόμος, ΑΠ 103/2017  Δημ. Νόμος, ΑΠ 1000/2013  Δημ. Νόμος, ΑΠ 33/2016  Δημ. Νόμος, ΑΠ 331/2013 Δημ. Νόμος, ΑΠ 41/2013 Δημ. Νόμος, ΑΠ 194/2012 Δημ. Νόμος, ΑΠ 207/2011 Δημ. Νόμος, 1562/2010 Δημ. Νόμος).

Ναταλία Κ.  Νεραντζάκη, Δικηγόρος

Email: [email protected]

Πηγή άρθρου