Περιεχόμενο κλήσης εξέτασης μαρτύρων

Ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας ορίζει στο άρθρο 185 ότι: «1. Οι μαρτυρικές καταθέσεις τις οποίες προσάγουν οι διάδικοι προαποδεικτικώς λαμβάνονται ενόρκως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 184, ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας του μάρτυρα. 2. Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη μαρτυρικής κατάθεσης κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο επιδίδει, δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες από την κατάθεση, στους λοιπούς διαδίκους, κλήση, η οποία αναφέρει το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η κατάθεση, τόπο, ημέρα και ώρα διεξαγωγής της, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα, καθώς και το θέμα της κατάθεσης. 3. Κατά την κατάθεση του μάρτυρα παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι και μπορούν να απευθύνουν ερωτήσεις προς αυτόν».

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, τα διοικητικά δικαστήρια δεν μπορούν να λάβουν υπόψη μαρτυρίες που δεν πληρούν τους όρους που τίθενται με αυτές (Σ.τ.Ε. 1278/2013, 4389/2012, 691/2010, 2381/2009). Επίσης, στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 185 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., προβλέπεται ο τύπος που επιβάλλεται να έχει η επιδιδόμενη κλήση προς λήψη μαρτυρικής κατάθεσης κατά την προδικασία (Σ.τ.Ε. 204/2006 σκ. 7), μεταξύ, δε, των στοιχείων που πρέπει να αναφέρονται στην εν λόγω κλήση, περιλαμβάνεται το θέμα της κατάθεσης που πρόκειται να δώσει.

Δεν αρκεί για την κάλυψη της συγκεκριμένης προϋπόθεσης του νόμου η αόριστη αναφορά στην κλήση ότι οι μάρτυρες θα εξεταστούν «σχετικά με ζητήματα» της κρινόμενης προσφυγής/αγωγής (πρβλ. Σ.τ.Ε. 204 – 5/2006 σκ. 7, βλ. Δ.Ε.Χαν. 475/2019 σκ. 11, Δ.Ε.Λαρ. 488/2019 σκ. 11, Δ.Ε.Α. 1043/2016 σκ. 6, Δ.Ε.Θεσ. 139/2016 σκ. 13)[1].

Εξάλλου, ένορκες καταθέσεις δεν λαμβάνονται υπόψη, αν δεν κλητεύθηκε νόμιμα ο αντίδικος. Περίπτωση μη νόμιμης κλήσης συντρέχει όταν στο σχετικό επιδιδόμενο έγγραφο (κλήση) δεν αναφέρεται και το θέμα της κατάθεσης του προς εξέταση μάρτυρα[2].

 

Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος

Email: [email protected]

[1] Βλ. την υπ’ αριθμόν 13339/2020 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και την υπ’ αριθμόν 2103/2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] Βλ. την υπ’ αριθμόν 204/2006 απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

Πηγή άρθρου