Παρακράτηση του μισθίου από το Δημόσιο

Από τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3130/2003 προκύπτει ότι, σε μισθώσεις για στέγαση ή κάλυψη λειτουργικών αναγκών δημόσιας υπηρεσίας, αποκλείεται η σιωπηρή αναμίσθωση με την έννοια της σιωπηρής παράτασης της μίσθωσης με τους ίδιους όρους για αόριστο χρόνο. Η παράταση αυτής της σύμβασης επιτρέπεται, μονομερώς από πλευράς του Δημοσίου για ορισμένο και πάλι χρόνο που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, με την τήρηση των προϋποθέσεων της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ήτοι, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από σχετική γνωμοδότηση της αρμόδιας Επιτροπής Στέγασης, η οποία (απόφαση) κοινοποιείται από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία στον εκμισθωτή έναν (1) τουλάχιστον μήνα πριν από την ημερομηνία λήξης της μίσθωσης, αφού όμως έχει προηγηθεί η διενέργεια δύο (2) τουλάχιστον δημοπρασιών για μίσθωση άλλου ακινήτου, που απέβησαν άγονες ή ασύμφορες (παρ. 3).

Εκτός όμως από την παραπάνω παράταση, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου προβλέπει και σιωπηρή παράταση της μίσθωσης, στην περίπτωση που, μετά τη λήξη της αρχικής διάρκειάς της ή της παράτασής της με την ως άνω ρητή μονομερή δήλωση του Δημοσίου, το τελευταίο εξακολουθεί να βρίσκεται στη χρήση του μισθίου χωρίς να εναντιώνεται ο εκμισθωτής. Στην περίπτωση αυτή, δεν επέρχεται σιωπηρή αναμίσθωση, αλλά εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 611 του ΑΚ, κατά νομικό πλάσμα, θεωρείται σιωπηρή παράταση για ορισμένο χρόνο, και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα που το Δημόσιο χρησιμοποιεί το μίσθιο χωρίς εναντίωση του εκμισθωτή, οπότε οφείλει το ίδιο μίσθωμα.

Από τη στιγμή όμως, που, είτε το Δημόσιο αποχωρήσει από το μίσθιο, είτε ο εκμισθωτής εναντιωθεί στη συνέχιση της μίσθωσης, αυτή λήγει και ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου. Ως εναντίωση, κατά την έννοια του ως άνω νόμου, νοείται η δήλωση του εκμισθωτή ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης, είτε γενικώς είτε με τους ίδιους όρους, η οποία, ως μονομερής απευθυντέα δήλωση, για την οποία δεν προβλέπεται συστατικός τύπος, μπορεί να είναι όχι μόνο ρητή, αλλά και σιωπηρή, αρκεί να προκύπτει βούληση του εκμισθωτή, ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης, γίνεται, δε, σε οποιοδήποτε αρμόδιο, για τη λήψη της, όργανο του δημοσίου, ανεξάρτητα από το αν το όργανο αυτό το εκπροσωπεί κατά νόμο, και δεν είναι απαραίτητο να γίνει αποκλειστικώς προς τον Υπουργό Οικονομικών ή το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθ. 5 και 6 του Διατάγματος της 16-6/10-7-1944 «περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου», προκειμένου για δικόγραφα εισαγωγικά της δίκης. Τέτοια σιωπηρή εναντίωση αποτελεί, εκτός από την αγωγή απόδοσης του μισθίου, και η δήλωση του εκμισθωτή ότι απαιτεί μίσθωμα μεγαλύτερο από εκείνο που καταβάλλεται κατά τη σιωπηρή παράταση της μίσθωσης. Μόλις ο εκμισθωτής εναντιωθεί, η μίσθωση λήγει αμέσως, κατ’ άρθρο 608 παρ. 1 ΑΚ, και όχι στο τέλος του μισθωτικού μήνα, αφού, μη υπάρχουσας ανανέωσης της μίσθωσης για αόριστο χρόνο, αλλά συνέχισή της για ορισμένο χρόνο και συγκεκριμένα, για όσο χρόνο χρησιμοποιείται το μίσθιο από το Δημόσιο χωρίς εναντίωση του εκμισθωτή, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 608 παρ. 2 και 609 ΑΚ . Συνακόλουθα, ούτε καταγγελία της μίσθωσης απαιτείται, αφού αυτή δεν έχει μετατραπεί σε αορίστου χρόνου. Αν παρά την εναντίωση του εκμισθωτή το Ελληνικό Δημόσιο συνεχίζει να παρακρατεί το μίσθιο, ευθύνεται κατά το άρθρο 601 ΑΚ για πλήρη αποζημίωση (ΑΠ 578/2019 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

Πηγή άρθρου