Παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής στην έφεση

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 § 1, 97, 98, 188 § 1, 189 § 1, 190, 191 § 2, 192, 294, 295 § 1, 297, 299 και 524 § 1 του ΚΠολΔ, ως οι σχετικές διατάξεις ισχύουν μετά το ν. 4335/2015 προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων – εκκαλών μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του εφετείου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον εφεσίβλητο ή με δήλωση στις προτάσεις, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής και της έφεσης, χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο εφεσίβλητος προβάλλει αντιρρήσεις κατά της παραίτησης και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης[1]. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και της έφεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή και η έφεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκαν και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της (ΑΠ 990/2018, ΑΠ 1890/2017, ΑΠ 1158/2017) (ΑΠ 1335/2019, ΤΝΠ Νόμος)[2]. Στην περίπτωση αυτή, η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 679 επ. του ΚΠολΔ από το Μονομελές Πρωτοδικείο ή από το Ειρηνοδικείο, για τις δίκες που διεξάγονται σ` αυτό. Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, οπότε με την απόφαση αυτή γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα εκ μέρους του αντιδίκου του παραιτούμενου διαδίκου (ΑΠ 990/2018, ΑΠ 1890/2017, ΑΠ 1158/2017). Στην περίπτωση, όμως, που η απόφαση δεν περιέχει διάταξη περί δικαστικών εξόδων, μπορεί να υποβληθεί αυτοτελής αίτηση περί τούτων στο Μονομελές Πρωτοδικείο ή στο Ειρηνοδικείο, για τις δίκες που διεξάγονται σ` αυτό, κατά τη διαδικασία των άρθρων 679 επ.του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 192 ΚΠολΔ[3].

Το εμπρόθεσμο της έφεσης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διότι, εάν η έφεση είναι εκπρόθεσμη, η πρωτόδικη απόφαση έχει τελεσιδικήσει και η εκκρεμοδικία περατώθηκε, με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να χωρήσει πλέον παραίτηση από την αγωγή (βλ. ΕφΑθ 3644/07 Νόμος, 505/07 Δνη 49. 227).

Ως δικόγραφο, δε, νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του ή το δικαστικό πληρεξούσιό του για την πιστοποίηση ή βεβαίωση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, το οποίο κατ’ άρθρο 118 ΚΠολΔ είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα στον άλλο διάδικο και συνεπώς δεν αποτελεί στοιχείο της έννοιας αυτού η υποβολή του απαραιτήτως στο δικαστήριο. Με βάση τα παραπάνω και ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού του όρθρου 297 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτό ότι η παραίτηση μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠοΛΔ. Απαιτείται συνεπώς επίδοση με τον οριζόμενο από το νόμο τρόπο από τα προς τούτο αρμόδια όργανα (βλ. Β. Β. ΚΠολΔ, τόμος Β`, υπ’ άρθρο 497 αριθμ. 2, σελ. 355, ΕφΠατρ 958/04 Νόμος)[4].

Σημειωτέον ότι η άσκηση αναίρεσης και η επ’ αυτής δίκη δεν καθιστούν την αγωγή επίδικη, δεν ανοίγεται με το ένδικο μέσο αυτό νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται πλέον η ουσία της υπόθεσης αλλ’ ερευνάται το παραδεκτό και η βασιμότητα των προβαλλόμενων με τους λόγους αναιρέσεως νομικών πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης. Η επί της αγωγής δίκη με την έκδοση της οριστικής απόφασης έχει ήδη καταργηθεί και επομένως ούτε η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ούτε η παραίτηση από το δικαίωμα, ως διαδικαστικές πράξεις, επιφέρουν την κατάργησή της, διότι έχουν στερηθεί του αντικειμένου τους. Αν όμως γίνει δεκτή η αναίρεση και η υπόθεση παραπεμφθεί σε άλλο δικαστήριο ή κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο προς και κατ’ ουσίαν εκδίκαση της διαφοράς, η υπόθεση βρίσκεται πάλι σε κατάσταση εκκρεμοδικίας και είναι δυνατή η παραίτησή[5]

Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος

email: [email protected]

[1] Βλ. την υπ’ αριθμόν 123/2022 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] Βλ. την υπ’ αριθμόν 359/2022 απόφαση του Εφετείου Πατρών, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3] Βλ. την υπ’ αριθμόν 1335/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[4] Βλ. την υπ’ αριθμόν 24/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[5] Βλ. Μιχαήλ Μαργαρίτη / Άντα Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Τόμος Ι, Έκδοση 2η, άρθρο 295 σελ. 490

Πηγή άρθρου