Παραγραφή επαναλαμβανόμενων περιοδικών παροχών

Σύμφωνα με το άρθρο 268 ΑΚ “Κάθε  αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι  χρόνια,  και  αν  ακόμη  η αξίωση  καθαυτή  υπαγόταν  σε  συντομότερη  παραγραφή.   Αξιώσεις όμως παροχών  που  επαναλαμβάνονται  περιοδικά  και  που   βεβαιώθηκαν   με τελεσίδικη  απόφαση  ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή”. Με τη ρύθμιση αυτή εισάγεται εξαίρεση από την αρχή της ΑΚ 275 και απομάκρυνση από την ΑΚ 270, ορίζει επιμήκυνση της παραγραφής σε 20ετία και αν ακόμη υπέκειτο σε βραχύτερη παραγραφή και μάλιστα, ενόψει της γενικής, χωρίς διάκριση, διατύπωσης, ανεξάρτητα από το αν αυτή (βραχυπρόθεσμη) ορίζεται στον ΑΚ ή σε άλλο νόμο (π.χ. η 3ετής του άρθρου 70 ν. 5325/32 από συναλλαγματική ή η από επιταγή του ν. 5960) (Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, Τόμος Α΄, 2001, σελ. 1088 επ.).

Εξαίρεση από τη ρύθμιση αυτή και επάνοδο στον κανόνα εισάγεται με το εδ. β΄ως προς τις περιδοδικά επαναλαμβανόμενες παροχές. Με το εδάφιο αυτό θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα της 20ετούς παραγραφής για τις περιοδικά επαναλαμβανόμενες παροχές που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό και είναι ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, όπως ο μισθός, τα επιδόματα, ισόβια χρηματική παροχή, διατροφικές αξιώσεις, τόκοι κ.ά., που υπόκεινται στη βραχυπρόθεσμη αρχική παραγραφή, με αφετήρια χρονικά σημεία τα οριζόμενα στις ΑΚ 251 επ., εφόσον κατά την τελεσιδικία της απόφασης ή την υπογραφή του δημοσίου εγγράφου αυτές δεν ήταν απαιτητές ως καθιστάμενες ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, καθώς και όσες απ’ αυτές δεν βεβαιώθηκαν τελεσίδικα ή με δημόσιο έγγραφο, έστω και αν ήταν απαιτητές. Έτσι, αν με τελεσίδικη απόφαση καταδικάζεται ο εναγόμενος να πληρώσει τους τόκους του κεφαλαίου και τους μελλοντικούς έως την εξόφλησή του, οι τόκοι που είναι απαιτητοί κατά την τελεσιδικία της απόφασης, υπόκεινται στην 20ετή παραγραφή, από την τελεσιδικία, ενώ οι κατά την τελεσιδικία μη απαιτητοί τόκοι, οι οποίοι γίνονται ληξιπρόθεσμοι μεταγενέστερα, υπόκεινται στην 5ετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από τότε που κάθε αυτοτελής αξίωση τόκου γίνεται απαιτητή. Στις παροχές αυτές (περιοδικά επαναλαμβανόμενες) δεν εντάσσονται οι από αδικοπραξία αξιώσεις, όπως η αποζημίωση για στέρηση των εισοδημάτων της εργασίας, γιατί δεν έχουν εκ των προτέρων ορισμένο περιεχόμενο και δεν παράγονται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, αλλά εξαρτώνται από την κατά κρίσιμο χρόνο επέλευση της ζημίας αυτών και του ύψους τους (Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, Τόμος Α΄, 2001, σελ. 1091).

Ευγενία Α. Φωτοπούλου, δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου