Ομαδικό ασφαλιστήριο: υπό ποιες προϋποθέσεις δύναται

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2496/1997 «Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον αντισυμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση)», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του ίδιου ν. 2496/1997 «Αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση».

Κατά κανόνα οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Αν, όμως, οι άνω ιδιότητες δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί ασφάλισης ξένου συμφέροντος, η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 410 επ. ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, τρίτος, δικαιούχος του ασφαλίσματος, είναι ο ασφαλισμένος που ορίσθηκε από τη σύμβαση ότι απειλείται από τον ασφαλιστικό κίνδυνο και πλήττεται από την πραγματοποίηση του. Αυτός (τρίτος) είναι ο μόνος που μπορεί να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος απευθείας στον ίδιο. Κατά συνέπεια, ο τρίτος ασφαλισμένος νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της σχετικής περί καταβολής του ασφαλίσματος αγωγής κατά του ασφαλιστή (βλ. ΑΠ 11/2006 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 44/2006 ΤΝΠ- ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 705/2005, ΔΕΕ 2006 σελ. 1040, ΠΠρΘεσ 26064/2013 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ). Η ασφάλιση ξένου συμφέροντος συνεπώς είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διότι προδήλως προκύπτει βούληση των συμβαλλομένων, δηλαδή του υποσχεθέντος αφενός και του δέκτη της υπόσχεσης αφετέρου ότι ο τρίτος δικαιούται να απαιτήσει την παροχή από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή απευθείας, οπότε δικαιούχος του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου είναι αποκλειστικά ο τρίτος (άρθρο 411 ΑΚ). Ο αντισυμβληθείς (λήπτης της ασφάλισης) δικαιούται, απλώς, να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στον τρίτο, ασφαλισμένο (Βλ. ΕφΘεσ 649/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1369/2000, ΕλλΔ/νη 42 σελ. 760. ΠΠρΑΘ 4356/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ρόκα, Ιδιωτική Ασφάλιση, έκδοση] 2006. σελ. 198). Είναι, όμως, δυνατόν να μη γεννάται άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα υπέρ του τρίτου, οπότε και συντρέχει περίπτωση μη γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου.

Περαιτέρω, στην ασφάλιση προσώπων, ένα ασφαλιστήριο μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα φυσικά πρόσωπα, η διάρκεια ή τα συμβάντα της ζωής των οποίων έχουν συνδεθεί συμβατικά με την υποχρέωση του ασφαλιστή για ασφάλισμα. Στην περίπτωση αυτή έχουμε να κάνουμε με περισσότερους ασφαλισμένους σε μια ασφάλιση προσώπων με την οποία ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους (ομαδική ασφάλιση). Ειδική περίπτωση ομαδικής ασφάλισης (και συνηθής πρακτική των τραπεζών) συντρέχει και όταν ορισμένο πιστωτικό ίδρυμα καταρτίζει, όπως συνηθίζεται, ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου ασφαλίζει τους δανειολήπτες του για τον κίνδυνο του θανάτου ή της μόνιμης ολικής ανικανότητας τους. Η ασφαλιστική κάλυψη αφορά την αποπληρωμή του κάθε φορά ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου σε περίπτωση θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια του ασφαλιζόμενου δανειολήπτη. Τα ασφάλιστρα καταβάλλονται από τον ίδιο τον δανειολήπτη, ενώ η δανείστρια τράπεζα ορίζεται ως δικαιούχος του ασφαλίσματος. Η καταβολή δηλαδή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, γίνεται από την ασφαλιστική εταιρία στην αντισυμβαλλόμενη της τράπεζα. Πρόκειται δηλαδή για μια ιδιόμορφη περίπτωση μη γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, καθώς οι συμβαλλόμενοι δεν επιθυμούν να αποκτά ο ασφαλισμένος, τον οποίο αφορά ο κίνδυνος, ίδιο δικαίωμα να απαιτήσει από την ασφαλιστική εταιρία το ασφάλισμα (Βλ. ΠΠρΑΘ 536/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ «Οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπο του». Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται αυτοτελώς η πλαγιαστική αγωγή, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι ότι με αυτή διασφαλίζεται εμμέσως η απαίτηση του ασκούντος αυτήν δανειστή δια της προάσπισης της περιουσίας του οφειλέτη. Η πλαγιαστική άσκηση των δικαιωμάτων του οφειλέτη δύναται να χωρέσει όχι μόνο υπό τη μορφή της καταψηφιστικής ή της διαπλαστικής αγωγής, αλλά και υπό τη μορφή της αναγνωριστικής αγωγής, όταν υφίσταται έννομο συμφέρον του οφειλέτη προς βεβαίωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας έννομης σχέσης αυτού προς τρίτο. Η πλαγιαστική αγωγή προϋποθέτει ο αδρανών να είναι οφειλέτης του ασκούντος την πλαγιαστική αγωγή, γίνεται δεκτό, ωστόσο, ότι είναι δυνατή η άσκηση πλαγιαστικής αγωγής και όταν ο αδρανών είναι δανειστής του ενάγοντας και υπάρχει έννομο συμφέρον του τελευταίου, που λειτουργεί νομιμοποιητικά, καθιστώντας παραδεκτή τη μορφή αυτή δικαστικής προστασίας (οιονεί πλαγιαστική αγωγή). Εδώ το έννομο συμφέρον έγκειται στο ότι η ικανοποίηση του δανειστή θα έχει συνέπεια την απαλλαγή του ενάγοντος από αντίστοιχη, ενδεχομένως, οφειλή του έναντι του δανειστή, η οποία ευρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την κατά του εναγομένου απαίτηση (βλ. ΠΠρΡοδ 39/2019, ΠΠρΑΘ 536/2016, ΠΠρΘεσ 10975/2015, ΠΠρΘεο 26064/2013, ΠΠρΑΘ 1039/1993 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μητσόπουλου, Πλαγιαστική άσκησις αναγνωριστικής αγωγής, Αρμ 36 σελ. 253).

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

Πηγή άρθρου