Οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες ρύθμισης των ψηφιακών πλατφορμών και της ψηφιακής οικονομίας: Τι είναι το DSA και το DMA και πως (ίσως) θα αλλάξουν τις ζωές μας; | Νομικά Blogs

  • Αρχική
  • Νομικά Νέα
  • Οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες ρύθμισης των ψηφιακών πλατφορμών και της ψηφιακής οικονομίας: Τι είναι το DSA και το DMA και πως (ίσως) θα αλλάξουν τις ζωές μας; | Νομικά Blogs

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η σημασία των ψηφιακών τεχνολογιών και η επιρροή τους σε διάφορους τομείς της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής σήμερα είναι αδιαμφισβήτητη. Η ραγδαία ανάπτυξη και η εξάπλωση της δημοτικότητας και της χρήσης του διαδικτύου, και των υπηρεσιών και τεχνολογιών που βασίζονται σε αυτό, τα τελευταία χρόνια (ή και δεκαετίες) έχουν αλλάξει δραματικά και μόνιμα τον τρόπο που ζούμε.

Δεν είναι τυχαίο πως, σύμφωνα με την Eurostat[1], το 90% των ευρωπαίων πολιτών, ηλικίας από 16 έως 74 ετών, έκανε χρήση του internet τουλάχιστον μία φορά εντός του τέταρτου τετραμήνου του 2022, ενώ εντός του 2022 το ποσοστό των ευρωπαίων που χρησιμοποιήσαν το διαδίκτυο για να αγοράσουν προϊόντα και υπηρεσίες ανήλθε στο 68%. Οι Ψηφιακές τεχνολογίες αποτελούν πλέον ουσιαστικό μέρος της εργασίας, της εκπαίδευσης, της ψυχαγωγίας, των κοινωνικών μας επαφών, της επιχειρηματικότητας, και των αγορών και διευκολύνουν την πρόσβαση στα πάντα, από την υγειονομική περίθαλψη και την ενημέρωση μέχρι τον πολιτισμό και την εργασία.

Η ραγδαία ανάπτυξη και ενσωμάτωση αυτών των τεχνολογιών, τόσο στην επιχειρηματικότητα και όσο και στην καθημερινότητά, αναμφίβολα μας παρέχει πολλές ωφέλειες. Ωστόσο, θα πρέπει να έχουμε επίγνωση και να αναγνωρίσουμε και τις αρνητικές πτυχές αυτού του μεγάλου τεχνολογικού και κοινωνικού μετασχηματισμού. Φαινόμενα όπως η εξάπλωση εκστρατειών παραπληροφόρησης, οι συχνές επιθέσεις κυβερνοασφάλειας με σκοπό την κλοπή εμπορικών ή/και προσωπικών δεδομένων, η άκριτη και -πολλές φορές- καταχρηστική επεξεργασία προσωπικών και «μεγάλων δεδομένων» (big data) από εταιρείες τεχνολογίας για εμπορικούς σκοπούς, η αύξηση των περιστατικών διαδικτυακής απάτης, και οι συνεχείς απόπειρες των τεχνολογικών κολοσσών να εκμεταλλευτούν την θέση ισχύος τους είτε για να ισχυροποιήσουν περαιτέρω την θέση τους στην αγορά είτε για να ελέγξουν τον δημόσιο διάλογο, παρατηρούνται όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια.

Αναγνωρίζοντας όλα τα ανωτέρω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε το 2021 το φιλόδοξο στρατηγικό σχέδιό της για την ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας και τον μετασχηματισμό των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων έως το έτος 2030, με τίτλο «Ψηφιακή Δεκαετία» (Digital Decade)[2], με το οποίο τίθενται στόχοι ανάπτυξης, καινοτομίας, και υιοθέτησης των ψηφιακών τεχνολογιών, οι οποίοι θα πρέπει να επιτευχθούν με τρόπο που εξασφαλίζει την προστασία των υφιστάμενων και την παροχή νέων δικαιωμάτων και ελευθεριών στους χρήστες των ψηφιακών τεχνολογιών και υπηρεσιών. Ένα από τα μέσα επίτευξης των μακροπρόθεσμών αυτών στόχων είναι και η θέσπιση νέων πολιτικών και νομοθετημάτων που αφορούν ζητήματα σχετικά με τις νέες τεχνολογίες.

Είναι άλλωστε πλέον γνωστό ότι η ραγδαία ανάπτυξη των προαναφερόμενων ψηφιακών τεχνολογιών βρίσκεται, εδώ και χρόνια, σε πλήρη αντίθεση με το απαρχαιωμένο νομικό πλαίσιο το οποίο καλούνται οι νομικοί να χρησιμοποιήσουν για να λύσουν τα ζητήματα που άπτονται των τεχνολογιών αυτών. Τα πρώτα χρόνια ανάπτυξης του internet αυτή η έλλειψη σαφών και ειδικών κανόνων δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την ραγδαία ανάπτυξη της καινοτομίας και της τεχνολογίας, όμως, εδώ και αρκετά χρόνια, είναι σαφές πως πολλές από τις ψηφιακές τεχνολογίες και τους παγκόσμιους τεχνολογικούς κολοσσούς (“Big Tech”) έχουν πλέον αναπτυχθεί σε σημείο που να απαιτεί την ύπαρξη ειδικών κανόνων δικαίου για την ρύθμιση των σχετικών τεχνολογιών και αγορών.

Τα τελευταία χρόνια, και ιδίως μετά το 2016 και την ψήφιση του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων (GDPR)[3], η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενεργό και πρωταγωνιστικό ρόλο στην δημιουργία νομοθετημάτων και ρυθμιστικών κειμένων που έχουν ως σκοπό την ρύθμιση διάφορων πτυχών της αλληλεπίδρασης των πολιτών και των επιχειρήσεων με τις νέες τεχνολογίες και το ιντερνέτ. Κανόνες που αφορούν ζητήματα όπως την προστασία των προσωπικών δεδομένων, την Κυβερνοασφάλεια, τις πωλήσεις μέσω διαδικτύου, και την ρύθμιση των ψηφιακών αγορών και των ψηφιακών πλατφορμών έχουν ήδη ψηφιστεί ή/και τεθεί σε εφαρμογή, ενώ σειρά νομοθετημάτων για την ρύθμιση περαιτέρω ζητημάτων όπως η ανοιχτή και δίκαιη πρόσβαση στα ψηφιακά δεδομένα, και η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά την ανάπτυξη συστημάτων και τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης είναι ήδη υπό διαβούλευση. Η υιοθέτηση αυτών των κανόνων, και η συνολική διάθεση της ΕΕ να είναι η πρώτη παγκόσμια «δύναμη» που παράγει συνεκτικούς κανόνες δικαίου ως προς τις ψηφιακές αγορές και τεχνολογίες, σε συνδυασμό με την εμπορική σημασία των Ευρωπαϊκών αγορών για την παγκόσμια οικονομία οδηγούν σταδιακά πολλές άλλες χώρες παγκοσμίως στο να υιοθετούν κανόνες, παρόμοιούς με αυτούς που εκάστοτε εισάγονται από την ΕΕ, για την ρύθμιση των ίδιων ζητημάτων. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι, σε παγκόσμιο επίπεδο, ακούγεται πλέον συχνά η άποψη ότι οι ΗΠΑ εξάγουν τεχνολογία και η ΕΕ «εξάγει» νόμους και ρυθμιστικούς κανόνες για να ελέγξει αυτή την τεχνολογία.

Στο παρόν κείμενο, θα γίνει μία πρώτη αναφορά στις διατάξεις, και τις πιθανές αλλαγές που θα φέρουν στη ζωή των χρηστών, δύο προσφάτως ψηφισθέντα νομοθετήματα της ΕΕ, τα οποία επιχειρούν τόσο να ρυθμίσουν τις ψηφιακές πλατφόρμες και ενδιάμεσες υπηρεσίες, παρέχοντας αυξημένα δικαιώματα στους χρήστες τους, όσο και να περιορίσουν την κατάχρηση της δύναμης των παγκόσμιων τεχνολογικών κολοσσών εισάγοντας ειδικούς κανόνες ρύθμισης των ψηφιακών αγορών. Πρόκειται για την «Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες»[4] και για την «Πράξη για τις Ψηφιακές Αγορές»[5] αντίστοιχα.

Πριν εξετάσουμε το περιεχόμενο των δύο νέων Κανονισμών, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι στο πεδίο εφαρμογής των νέων Κανονισμών δεν εμπίπτουν μόνο επιχειρήσεις και πλατφόρμες που είναι εγκατεστημένες στην ΕΕ, αλλά και επιχειρήσεις και πλατφόρμες που δεν είναι εγκατεστημένες στην Ένωση αλλά παρέχουν υπηρεσίες σε τελικούς χρήστες που είναι πολίτες της Ένωσης ή βρίσκονται εντός της επικράτειάς της.  Με αυτό τον τρόπο επιχειρείται, όπως ακριβώς συνέβη και με τον GDPR, η ισχύς των νέων Κανονισμών να μην είναι απλά πανευρωπαϊκή αλλά, στην πράξη, παγκόσμια.

 

 

2. Η ΠΡΑΞΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ – DIGITAL SERVICES ACT (DSA)

 

2.1. Πως γεννήθηκε η ανάγκη και ποιος είναι ο σκοπός του DSA;

Ένας εκ των ακρογωνιαίων λίθων της ανάπτυξης και της καινοτομίας στο internet υπήρξε η αρχή πως οι πάροχοι υπηρεσιών και υποδομών που απλώς μεταδίδουν την πληροφορία μέσω του (δια)δικτύου, δεν φέρουν ευθύνη για το περιεχόμενο αυτών των επικοινωνιών/αρχείων. Αν για παράδειγμα ένας χρήστης του internet χρησιμοποιήσει είτε έναν πάροχο ίντερνετ είτε ένα site ή μια πλατφόρμα για να «ανεβάσει» ή να διαβιβάσει περιεχόμενο το οποίο είναι παράνομο, η ευθύνη για το παράνομο αυτό περιεχόμενο αναζητείται μόνο από τον χρήστη που ανέβασε το περιεχόμενο και όχι στον πάροχο του ίντερνετ ή της πλατφόρμας/site, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την διαβίβασή του. Αυτή η αρχή θεσμοθετήθηκε, ήδη από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του διαδικτύου, με σκοπό την μη υπέρμετρη επιβάρυνση των παρόχων των ενδιάμεσων αυτών υπηρεσιών με ρυθμιστικά κόστη, τον μη υπέρμετρο περιορισμό του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, και την υποστήριξη της καινοτομίας και της ανάπτυξης ιδεών στον ψηφιακό κόσμο. Η παραπάνω εξαίρεση των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών από την ευθύνη για το περιεχόμενο των πληροφοριών που μεταδίδονται μέσω των υπηρεσιών τους έχει ήδη θεσμοθετηθεί στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο από το 2000, μέσω της οδηγίας 2000/31/ΕΚ. Σήμερα όμως, οι δυνατότητες που είναι διαθέσιμες στους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών και ο βαθμός ελέγχου που μπορούν να ασκήσουν στο περιεχόμενο που μεταφέρουν είναι σαφώς αυξημένα σε σχέση με πριν είκοσι τρία χρόνια. Επιπλέον, οι ενδιάμεσες υπηρεσίες -μεταξύ των οποίων και οι ψηφιακές πλατφόρμες- χρησιμοποιούνται πλέον από τεράστιο αριθμό χρηστών είτε για προσωπικούς είτε για επαγγελματικούς λόγους, με αποτέλεσμα να μην είναι ούτε συνετό ούτε να προσφέρει ασφάλεια δικαίου το να συνεχίσει να επαφίεται η διαχείριση του περιεχομένου αυτών των υπηρεσιών αποκλειστικά σε όρους χρήσης και συμβατικές ρήτρες που συντάσσονται και εφαρμόζονται εθελοντικά και μονομερώς από τον εκάστοτε πάροχο μίας τέτοιας υπηρεσίας.

 

Ως απάντηση στα παραπάνω θέματα και φαινόμενα, ψηφίστηκε πρόσφατα η Πράξη για τις Ψηφιακές Αγορές ή αλλιώς DSA, η οποία ετέθη εν μέρει σε εφαρμογή από τις 16 Νοεμβρίου 2022 και θα τεθεί σε πλήρη εφαρμογή έως τις 17 Φεβρουαρίου 2024. Στόχος του DSA είναι να θέσει σαφείς κανόνες για τη λειτουργία των ψηφιακών πλατφορμών και την προστασία των χρηστών και των βασικών τους δικαιωμάτων στο διαδίκτυο. Οι κανόνες επικεντρώνονται στη ρύθμιση των ενδιάμεσων υπηρεσιών, που είναι ένας όρος που δεν αναφέρεται μόνο τις επιγραμμικές πλατφόρμες (social media, online marketplaces, app stores κ.λπ.), αλλά και σε παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου και υπηρεσίες φιλοξενίας ιστοσελίδων. Μια σημαντική πτυχή του DSA είναι ότι οι εφαρμοστέοι κανόνες για τις διάφορες ψηφιακές υπηρεσίες δεν εφαρμόζονται οριζόντια σε όλα τα είδη παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών. Οι αυστηρότεροι κανόνες θα ισχύουν μόνο για τις πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και μηχανές αναζήτησης, οι οποίες χρησιμοποιούνται από τουλάχιστον 10% του πληθυσμού της ΕΕ, δηλαδή περίπου 45 εκατομμύρια άτομα. Αυτό αφορά τις υπηρεσίες που διαχειρίζεται, για παράδειγμα η Amazon, η Google, ή η Meta. Από εκεί και πέρα, οι υποχρεώσεις είναι σταδιακά μειωμένες για τους παρόχους απλών επιγραμμικών πλατφορμών, τους παρόχους υπηρεσιών hosting, και τις λοιπές κατηγορίες ενδιάμεσων υπηρεσιών. Μάλιστα, πολλοί από τους νέους κανόνες δεν θα έχουν εφαρμογή στις μικρές επιχειρήσεις, προκειμένου να προωθηθεί η καινοτομία και οι επενδύσεις.

 

Για να πετύχει τον παραπάνω στόχο, το νέο νομοθέτημα: α. τροποποιεί το πλαίσιο υπό όρους απαλλαγής των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών από την ευθύνη τους για το περιεχόμενο, αυξάνοντας σε κάποιες περιπτώσεις την ευθύνη και τις υποχρεώσεις τους ως προς το παράνομο περιεχόμενο, β. θεσμοθετεί ειδικές υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας προσαρμοσμένες σε ορισμένες ειδικές κατηγορίες ενδιάμεσων υπηρεσιών, όπως οι πλατφόρμες ή οι επιγραμμικές αγορές (online marketplaces), και γ) θεσμοθετεί κανόνες σχετικά με την σύσταση αρμόδιων εποπτικών αρχών και την επιβολή κυρώσεων για την παραβίαση των παραπάνω κανόνων.

Εισάγοντας τις σχετικές υποχρεώσεις για τους παρόχους των ψηφιακών υπηρεσιών, το DSA δημιουργεί ταυτόχρονα και κάποια νέα ψηφιακά δικαιώματα για τους χρήστες των ενδιάμεσων υπηρεσιών και των επιγραμμικών αγορών.

 

2.2. Βασικοί πυλώνες υποχρεώσεων

Οι υποχρεώσεις, που εισάγονται μέσω του DSA, θα μπορούσαν να ταξινομηθούν στους εξής βασικούς πυλώνες:

 

Α. Κανόνες σχετικά με το παράνομο περιεχόμενο και των έλεγχο του περιεχομένου (Content Moderation).

Η ύπαρξη σαφών, διαφανών, και δίκαιων κανόνων ελέγχου περιεχομένου έχει γίνει πλέον επιτακτική ανάγκη για τους χρήστες των ενδιάμεσων υπηρεσιών τόσο γιατί μία αβάσιμη απόφαση μιας πλατφόρμας που εμποδίζει την πρόσβαση, διακόπτει την δυνατότητα οικονομικής αξιοποίησης (demonetization), ή διαγράφει το περιεχόμενο ενός χρήστη της πλατφόρμας μπορεί να περιορίσει υπέρμετρα και άδικα το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης και την οικονομική δραστηριότητα του χρήστη όσο και γιατί είναι σαφές πως θα πρέπει να βρεθούν τρόποι να περιοριστούν τα φαινόμενα παραπληροφόρησης, ψευδούς πληροφόρησης, και χειραγώγησης των χρηστών του διαδικτύου.

Σε αυτό το πλαίσιο, το DSA προβλέπει την κατ’ αρχήν υποχρέωση των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών προς άμεση απόσυρση τυχόν παράνομου περιεχομένου από την υπηρεσία που παρέχουν. Ως παράνομο περιεχόμενο ορίζεται «κάθε πληροφορία, η οποία, από μόνη της ή σε σύνδεση με μια δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης προϊόντων ή της παροχής υπηρεσιών, δεν συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο ή το δίκαιο οποιουδήποτε κράτους μέλους, ανεξάρτητα από το ακριβές αντικείμενο ή τη φύση του δικαίου αυτού»[6].

Επίσης, εισάγονται υποχρεώσεις τήρησης ευκόλως προσβάσιμων μηχανισμών ειδοποίησης και δράσης, τους οποίους θα μπορούν να χρησιμοποιούν οι τελικοί χρήστες για να υποβάλουν αναφορές σχετικά με παράνομο περιεχόμενο. Επιπλέον, οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει να παρέχουν σαφή και αναλυτική αιτιολόγηση των αποφάσεων τους σχετικά με την αφαίρεση ή τον περιορισμό του περιεχομένου στους θιγόμενους χρήστες και να τους παρέχουν την δυνατότητα πρόσβασης τόσο σε εσωτερικό σύστημα διαχείρισης καταγγελιών όσο και σε εξωδικαστική επίλυση διαφορών από πιστοποιημένο ανεξάρτητο φορέα.

Τέλος, θεσμοθετείτε σαφής μηχανισμός για τον τρόπο που οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών θα πρέπει να συμμορφώνονται με εντολές αρμόδιων δημόσιων αρχών που αφορούν τη διαγραφή και παροχή πληροφοριών σχετικά με παράνομο περιεχόμενο.

 

Β. Κανόνες σχετικά με την Επιγραμμική Διαφήμιση

Εισάγεται σειρά κανόνων που αφορά την σαφή σήμανση των διαφημίσεων και την αυξημένη διαφάνεια ως προς το ποιος διαφημίζεται και το ποιος έχει πληρώσει για την διαφήμιση. Εισάγονται απαγορεύσεις ως προς την χρήση συγκεκριμένων κατηγοριών προσωπικών δεδομένων για σκοπούς διαφήμισης.

 

Γ. Ηλεκτρονικό Εμπόριο/Επιγραμμικές Αγορές   

Εισάγονται κανόνες ως προς την υποχρέωση των παρόχων επιγραμμικών αγορών προς τήρηση συγκεκριμένων κανόνων δέουσας επιμέλειας σε ό,τι αφορά τους εμπόρους/πωλητές που δέχονται στην πλατφόρμα τους. Εισάγονται επίσης υποχρεώσεις ενημέρωσης των καταναλωτών για τυχόν παράνομα προϊόντα τα οποία οι τελευταίοι αγόρασαν χωρίς να το ξέρουν. Οι συγκεκριμένοι κανόνες αποσκοπούν στην μείωση των φαινομένων διαδικτυακής απάτης των καταναλωτών από κακόπιστους «εμπόρους».

 

Δ. Αυξημένη Διαφάνεια & Εκτίμηση Κινδύνων

Τέλος, εισάγονται σειρά κανόνων διαφάνειας που αφορούν τόσο τους όρους χρήσης και παροχής της εκάστοτε υπηρεσίας ή πλατφόρμας όσο και τους μηχανισμούς διαχείρισης περιεχομένου, τα  αυτοματοποιημένα συστήματα συστάσεων τους (recommender systems), και την χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης και αυτοματοποιημένων αποφάσεων κατά την παροχή των υπηρεσιών τους στους χρήστες.

Οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες υπάγονται σε υποχρέωση διεξαγωγής ετήσιας Εκτίμησης Κινδύνων σχετικά με το πως μπορεί η παροχή των υπηρεσιών τους, το επιχειρηματικό τους μοντέλο, και η χρήση των συστημάτων τους να επηρεάσουν τα δικαιώματα και της ελευθερίες των τελικών χρηστών τους. Η παραπάνω εκτίμηση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν τις πιθανές επιπτώσεις σε μία σειρά δικαιωμάτων που εκτείνονται από τα δικαιώματα των ανηλίκων και τις επιπτώσεις του περιεχομένου της πλατφόρμας στον πολιτικό διάλογο, μέχρι το δικαίωμα της ιδιωτικότητας & της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, τα δικαιώματα των καταναλωτών, τα δικαιώματα ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης, αλλά και κινδύνους που σχετίζονται με την παραπληροφόρηση. Επίσης, οι πολύ μεγάλες πλατφόρμες οφείλουν πλέον να υπάγονται σε ετήσιους ανεξάρτητους ελέγχους από ανεξάρτητους ελεγκτές, ως προς την εκ μέρους τους τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στον DSA.

 

Ε. Εσωτερικές Υπηρεσίες Συμμόρφωσης

Κατ’ αντιστοιχία με την υποχρέωση ύπαρξης του Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων (DPO) του GDPR, οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και μηχανές αναζήτησης οφείλουν πλέον να συστήνουν και να διατηρούν εσωτερική ανεξάρτητη υπηρεσία συμμόρφωσης που θα παρακολουθεί την συμμόρφωση της πλατφόρμας ή της μηχανής αναζήτησης με τις διατάξεις του DSA και θα συμβουλεύει σχετικά την διοίκηση της. Η υπηρεσία θα πρέπει να αποτελείται από έναν ή περισσότερους υπεύθυνους συμμόρφωσης, να έχεις επιχειρησιακή ανεξαρτησία, να έχει επαρκείς εξουσίες, πόρους, και κύρος για να επιτελέσει το έργο της, και να έχει απευθείας πρόσβαση στο ανώτατο διοικητικό όργανο του παρόχου της πλατφόρμας/μηχανής αναζήτησης.

 

3. Η ΠΡΑΞΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ – DIGITAL MARKETS ACT (DMA)

3.1. Πως γεννήθηκε η ανάγκη και ποιος είναι ο σκοπός του DMA;

Η ελεύθερη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και η τήρηση συνθηκών υγειούς ανταγωνισμού σε αυτή αποτελούν εδώ και δεκαετίες τον πυρήνα του Ευρωπαϊκού Δικαίου Ελεύθερου Ανταγωνισμού, οι βασικές διατάξεις του οποίου εντοπίζονται διαχρονικά στα άρθρα 101 έως 109 ΣΛΕΕ[7], τα οποία προβλέπουν τους βασικούς κανόνες απαγόρευσης των αντιανταγωνιστικών συμπράξεων, και της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, καθώς και τους κανόνες ρύθμισης των  κρατικών ενισχύσεων. Επίσης, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Κανονισμού 139/2004 ως προς τις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων.

Όμως, η εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων στις ψηφιακές αγορές έχει αποδειχθεί πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις κατά τόπους αρμόδιες αρχές, καθώς τα επιχειρηματικά μοντέλα και τα εργαλεία ανταγωνισμού που χρησιμοποιούνται στις αγορές τεχνολογίας είναι αρκετά διαφορετικά από τα αντίστοιχα μοντέλα και εργαλεία που χρησιμοποιούνται κατά τον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων στις παραδοσιακές αγορές. Παράγοντες όπως η συλλογή και η επεξεργασία των big data και τα αποτελέσματα δικτύου μπορούν να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό στις ψηφιακές αγορές με τρόπο που δεν μπορούσαν να προβλέψουν οι αρμόδιες αρχές ανταγωνισμού κατά τα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης των επιχειρηματικών μοντέλων της ψηφιακής αγοράς και οικονομίας.

Σήμερα, ένας μικρός αριθμός επιχειρήσεων/τεχνολογικών κολοσσών ελέγχουν ή ασκούν σημαντική επιρροή τόσο στη μορφή όσο και στην κατεύθυνση που παίρνει η ψηφιακή οικονομία. Οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις έχουν θέσεις και ισχύ που προσομοιάζει πολλές φορές σε μονοπώλια ή ολιγοπώλια, απειλώντας έτσι τις καινοτόμες μικρές επιχειρήσεις. Επιπλέον, πολλές μικρότερες επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενοι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό, ως προς την δυνατότητα παροχής προϊόντων/υπηρεσιών ή και επικοινωνίας με τους πελάτες τους, από την δυνατότητα χρήσης των πλατφορμών που παρέχουν οι προαναφερόμενες εταιρείες του big tech. Με αυτό τον τρόπο, οι μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες, μετατρέπονται συχνά σε «πύλες» που επιτρέπουν την επαφή ή/και την συναλλαγή άλλων επιχειρήσεων με τους τελικούς χρήστες. Ο έλεγχος των μεγάλων πλατφορμών επί των συγκεκριμένων «πυλών» εισόδου και πρόσβασης στον ανταγωνισμό των ψηφιακών αγορών, οδήγησε στην δημιουργία του όρου «Ψηφιακός Πυλωρός» ή «Digital Gatekeeper» για τον χαρακτηρισμό των συγκεκριμένων εταιρειών/πλατφορμών.

Παρά το γεγονός ότι το παραδοσιακό δίκαιο ανταγωνισμού έχει προσαρμοστεί σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια, όπως αποδεικνύεται και από σειρά αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων της τελευταίας δεκαετίας, στις εμπορικές πρακτικές των ψηφιακών γιγάντων και των Gatekeepers, με αποτέλεσμα να μπορεί να τιμωρήσει πολύ συχνά τις αντιανταγωνιστικές πρακτικές και αποφάσεις αυτών των επιχειρήσεων, οι μικρότερες επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται τις εταιρείες του  big tech ή χρησιμοποιούν τις πολύ μεγάλες πλατφόρμες των εταιρειών αυτών για την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, βρίσκονται σχεδόν καθημερινά αντιμέτωπες με πρακτικές που στρεβλώνουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό στην ψηφιακή αγορά. Μάλιστα, έχουμε πλέον σαφή εικόνα για τον τρόπο που ο ανταγωνισμός στις ψηφιακές αγορές μπορεί να βάλλεται ανεπανόρθωτα λόγω των δυνατοτήτων που δίνουν κάποια στοιχεία των digital business models σε επιχειρήσεις που έχουν αποκτήσει θέση Gatekeeper σε κάποια αγορά. Εντοπίζοντας όλους αυτούς τους παράγοντες, το DMA έρχεται ως ένα νομοθέτημα που εισάγει επιπλέον ειδικούς ρυθμιστικούς κανόνες που αφορούν ειδικά του ψηφιακούς πυλωρούς και εφαρμόζονται σε αυτούς προληπτικά, και όχι  κατασταλτικά και εκ των υστέρων, σε αντίθεση με τους κανόνες του παραδοσιακού δικαίου ανταγωνισμού.

Συνεπώς, το DMA είναι ένα ειδικό νομοθέτημα που αποσκοπεί στην διασφάλιση εύρυθμη λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς μέσω κανόνων δικαίας πρόσβασης στις ψηφιακές αγορές όπου δραστηριοποιούνται πυλωροί (gatekeepers), και έρχεται να λειτουργήσει συμπληρωματικά και παράλληλα με τους λοιπούς κανόνες του Δικαίου Ανταγωνισμού.

 

3.2. Ποιοι είναι οι πυλωροί;

Η λίστα με τις επιχειρήσεις που είναι πυλωροί, ορίζεται και δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

 

Τα κριτήρια για να οριστεί μια επιχείρηση ως πυλωρός είναι τα εξής:

Α. Θα πρέπει να παρέχει βασική υπηρεσία πλατφόρμας η οποία αποτελεί σημαντική πύλη για να συνδέονται επαγγελματίες χρήστες με τελικούς χρήστες.

Στον ορισμό του DMA για την «βασική υπηρεσία πλατφόρμας» εμπίπτει το σύνολο των διάφορων ειδών επιγραμμικών πλατφορμών που χρησιμοποιούνται σήμερα. Η λίστα περιλαμβάνει τις επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης, τις μηχανές αναζήτησης, τα social media, τις πλατφόρμες διαμοιρασμού βίντεο (π.χ. youtube), λειτουργικά συστήματα, browsers, virtual assistants, τις υπηρεσίες cloud, τις υπηρεσίες επιγραμμικής διαφήμησης, και τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών (π.χ. whatsapp, signal κ.λπ.).

B. Θα πρέπει να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην σχετική αγορά.

Γ. Θα πρέπει να κατέχει παγιωμένη και σταθερή θέση στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της ή να αναμένεται ότι θα κατέχει τέτοια θέση στο εγγύς μέλλον.

 

Μία επιχείρηση τεκμαίρεται πως είναι πυλωρός όταν έχει κύκλο εργασιών στην ΕΕ ίσο ή μεγαλύτερο από 7,5 τρισεκατομμύρια ευρώ και έχει τουλάχιστον 45 εκατομμύρια εγγεγραμμένους μηνιαίους ενεργούς χρήστες και 10.000 ετήσιους ενεργούς επαγγελματίες χρήστες οι οποίοι βρίσκονται ή είναι εγκατεστημένοι στην ΕΕ.

 

3.3 Ενδεικτικές υποχρεώσεις των πυλωρών

Οι υποχρεώσεις των πυλωρών εκτείνονται τόσο έναντι στους τελικούς χρήστες όσο και σε δυνητικούς ανταγωνιστές των πυλωρών και περιλαμβάνουν ενδεικτικά:

  • Υποχρεώσεις ως προς την παροχή της δυνατότητας αποστολής προσφορών και σύναψης συμφωνιών, μεταξύ επαγγελματιών χρηστών και τελικών χρηστών, μέσω της πλατφόρμας, χωρίς άσκηση ελέγχου επί των όρων αυτών των συμφωνιών.
  • Απαγόρευση πρακτικών «bundling» μεταξύ επιπλέον υπηρεσιών του πυλωρού ως προϋπόθεση της πρόσβασης τελικών χρηστών ή επαγγελματιών χρηστών στην υπηρεσία
  • Υποχρεώσεις παροχής διαφανούς ενημέρωσης, ως προς τα οικονομικά στοιχεία των διαφημίσεων, σε διαφημιζόμενους και εκδότες.
  • Απαγόρευση χρήσης μη δημόσιων δεδομένων, που συλλέχθηκαν κατά την χρήση της πλατφόρμας από επαγγελματίες χρήστες, στα πλαίσια ανταγωνισμού με τους τελευταίους.
  • Υποχρεώσεις δυνατότητας πρόσβασης σε και διαλειτουργικότητας με εφαρμογές λογισμικού και καταστημάτων τρίτων παρόχων.
  •  Υποχρεώσεις προτροπής των τελικών χρηστών προς αλλαγή των προεπιλεγμένων ρυθμίσεων λειτουργικών συστημάτων
  • Απαγόρευση εφαρμογής ευνοϊκότερων όρων ως προς την κατάταξη και την ευρετηρίαση (search and promoted results)
  • Παροχή πρόσβασης σε συγκεκριμένα εργαλεία και στοιχεία του πυλωρού προς επαγγελματίες χρήστες
  • Απαγόρευση της χρήσης Προσωπικών δεδομένων για συγκεκριμένους σκοπούς επεξεργασίας, χωρίς την ρητή και ειδική συγκατάθεση του τελικού χρήστη ως προς αυτό.

 

 

4. ΤΙ ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΕΛΙΚΟΥΣ ΧΡΗΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΧΡΗΣΤΕΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ/ΠΛΑΤΦΟΡΜΩΝ;

Στον βαθμό που τα νέα νομοθετήματα θα εφαρμοστούν σωστά, οι τελικοί χρήστες θα αρχίσουν σύντομα να παρατηρούν τις εξής αλλαγές στον τρόπο που αλληλεπιδρούν με τις ψηφιακές υπηρεσίες που χρησιμοποιούν και θα έχουν τα εξής νέα δικαιώματα ως προς αυτές:

 

  • Το τέλος των dark patterns:

Ο όρος “Dark Pattern” ή «Σκοτεινό μοτίβο» μπορεί να ακούγεται μυστηριώδης. Ωστόσο, πρόκειται απλά για μία έννοια που περιγράφει μία κατηγορία σχεδιαστικών επιλογών που χρησιμοποιούνται σε ιστοσελίδες και εφαρμογές για να παραπλανήσουν τον χρήστη ή να τον ωθήσουν υποσυνείδητα στο να προχωρήσει σε πράξεις και αποφάσεις που δεν λαμβάνονται ελεύθερα και συνειδητά.

Μερικά παραδείγματα σκοτεινών μοτίβων είναι τα εξής:

α. Αυτόματη συνέχιση μίας συνδρομής σε ηλεκτρονική υπηρεσία η οποία δεσμεύει τον χρήστη σε μακροχρόνιες υποχρεώσεις μετά τη λήξη της περιόδου δωρεάν δοκιμής (free trial).

β. Καταστάσεις κατά τις οποίες η εγγραφή για τη λήψη μιας υπηρεσίας είναι πολύ πιο εύκολη από ό,τι ο τερματισμός της.

γ. Παραπλανητικά ή/και ψευδή μηνύματα σε ηλεκτρονικά καταστήματα σχετικά με την διαθεσιμότητα των προϊόντων τα οποία αποσκοπούν στην δημιουργία εντύπωσης στον καταναλωτή πως αν δεν ενεργήσει άμεσα το προϊόν δεν θα είναι διαθέσιμο (π.χ. «μόνο 2 προϊόντα με αυτόν τον κωδικό απομένουν στην ιστοσελίδα μας!»)

δ. Σχεδιαστικές επιλογές σε χρώματα ή σχέδια που αποσκοπούν στην αποδοχή από τον χρήστη cookies ή την παροχή συγκατάθεσης για επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.

 

Αν και η χρήση των dark patterns ήδη απαγορευόταν ως προς τα ζητήματα των cookies και των προσωπικών δεδομένων, το DSA εισάγει οριζόντια απαγόρευση χρήσης των dark patterns. Συνεπώς, οι τελικοί χρήστες θα παρατηρήσουν σημαντική μείωση της χρήσης τέτοιων πρακτικών όταν χρησιμοποιούν επιγραμμικές πλατφόρμες στο μέλλον.

 

  • Αυξημένη διαφάνεια στην διαφήμιση και στους όρους χρήσης:

Οι χρήστες θα αρχίσουν να παρατηρούν πως οι πλατφόρμες θα αλλάζουν τους όρους χρήσης τους με τρόπο που παρέχει πολύ πιο σαφείς πληροφορίες ως προς τον τρόπο που λειτουργεί η πλατφόρμα και τις τεχνολογίες/συστήματα που χρησιμοποιούνται από αυτή.

Επίσης, σε όλες τις διαφημίσεις, ο χρήστης θα βλέπει τόσο ρητή σήμανση για το γεγονός πως το συγκεκριμένο μήνυμα αποτελεί διαφήμιση όσο και αναλυτικές πληροφορίες για τον λόγο για τον οποίο η συγκεκριμένη διαφήμιση εμφανίστηκε στον συγκεκριμένο χρήστη αλλά και για το ποιος είναι ο διαφημιζόμενος και ποιος πλήρωσε για την διαφήμιση.

 

  • Αυξημένο επίπεδο προστασίας των προσωπικών δεδομένων:

Οι χρήστες των επιγραμμικών πλατφορμών θα ξέρουν πως οι ειδικές κατηγορίες προσωπικών τους δεδομένων (π.χ. υγείας, θρησκείας κ.λπ.), καθώς και τα δεδομένα που ανήκουν στα ανήλικα τέκνα τους δεν θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν νομίμως από την πλατφόρμα με σκοπό την κατάρτιση του συμπεριφερικού τους προφίλ και την παρουσίαση διαφημίσεων σε αυτούς.

Επίσης, οι πλατφόρμες/επιχειρήσεις gatekeeper δεν θα μπορούν πλέον να χρησιμοποιήσουν προσωπικά δεδομένα του χρήστη, τα οποία απέκτησαν ως διαμεσολαβητές κατά την συναλλαγή του χρήστη με τρίτο/επαγγελματία, δεν θα μπορούν να συνδυάσουν προσωπικά δεδομένα των χρηστών από παραπάνω υπηρεσίες που διαχειρίζονται ή να χρησιμοποιήσουν τα δεδομένα για σκοπούς διαφορετικούς από αυτούς της παροχής της υπηρεσίας/πλατφόρμας, χωρίς να λάβουν την ρητή και ειδική συγκατάθεση του τελικού χρήστη για τους σκοπούς αυτούς. Ταυτόχρονα, ο gatekeeper δεν θα επιτρέπεται να εξαρτά την πρόσβαση του χρήστη στην υπηρεσία από αυτή του τη συγκατάθεση (λ.χ. το facebook δεν θα μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση στην υπηρεσία του όταν ο χρήστης δεν έχει επιλέξει, κατά την εγγραφή του, το κουτί συγκατάθεσης για την επεξεργασία των δεδομένων του από όλες τις πλατφόρμες του meta).

 

  • Αλλαγές στα συστήματα συστάσεων και κατάταξης (recommender systems):

Οι τελικοί χρήστες θα παρατηρήσουν πως πλέον θα τους παρέχονται από την πλατφόρμα σαφείς πληροφορίες για τον τρόπο και τις παραμέτρους βάσει των οποίον λειτουργούν τα συστήματα συστάσεων και κατάταξης της εκάστοτε πλατφόρμας, καθώς και τυχόν επιλογές τις οποίες έχουν οι τελικοί χρήστες για να τροποποιήσουν ή να επηρεάσουν τις παραμέτρους αυτές.

Μάλιστα, οι χρήστες των πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών θα έχουν το δικαίωμα να διαλέξουν τουλάχιστον μία επιλογή, για κάθε σύστημα συστάσεων που χρησιμοποιεί η πλατφόρμα, η οποία δεν θα βασίζεται στην κατάρτιση του ατομικού τους προφίλ προτιμήσεων αλλά σε αντικειμενικά κριτήρια (π.χ. το Netflix θα οφείλει να δώσει στους χρήστες εναλλακτικούς τρόπους ταξινόμησης των ταινιών που παρουσιάζει οι οποίοι δεν βασίζονται στο ατομικό προφίλ που έχει δημιουργήσει ο αλγόριθμός του [χρονολογικά κριτήρια, διάρκεια ταινίας κ.λπ.]).

 

  • Μηχανισμοί αναφοράς παράνομου περιεχομένου και δικαιώματα δημιουργών περιεχομένου:

Οι τελικοί χρήστες των πλατφορμών θα έχουν πλέον πρόσβαση σε ειδικά κανάλια επικοινωνίας, μέσω των οποίων θα μπορούν να υποβάλλουν αναφορές για παράνομο περιεχόμενο το οποίο εντόπισαν στην πλατφόρμα. Οι πάροχοι της πλατφόρμας έχουν πλέον την υποχρέωση να εξετάζουν όλες αυτές τις αναφορές και να ενημερώνουν όλους τους αναφέροντες για τις ενέργειες στις οποίες τυχόν προχώρησαν.

Οι χρήστες που ανεβάζουν περιεχόμενο θα πρέπει πλέον να λαμβάνουν αναλυτική πληροφόρηση για τους λόγους και τις συνθήκες υπό τις οποίες ο πάροχος της πλατφόρμας διέγραψε, απέκλεισε την πρόσβαση ή απενεργοποίησε την δυνατότητα οικονομικής εκμετάλλευσης του περιεχομένου που ανέβασε ο χρήστης. Σε περίπτωση που διαφωνούν με αυτό, οι χρήστες θα έχουν πρόσβαση τόσο σε εσωτερικό όσο και σε εξωτερικό/ανεξάρτητο μηχανισμό επίλυσης διαφορών.

 

  • Προστασία των καταναλωτών στις επιγραμμικές αγορές:

Οι χρήστες των online marketplaces θα παρατηρήσουν πως σιγά σιγά θα είναι διαθέσιμες σε αυτούς όλο και περισσότερες πληροφορίες για τους εμπόρους από τους οποίους αγοράζουν προϊόντα, μέσω της πλατφόρμας.

Επίσης, οι χρήστες θα παρατηρήσουν μικρές σχεδιαστικές αλλαγές στις πλατφόρμες οι οποίες θα επιτρέπουν στους χρήστες να λάβουν άμεσα και εύκολα τις πληροφορίες που είναι υποχρεωμένος να τους παρέχει ο εκάστοτε έμπορος, βάσει των υφιστάμενων διατάξεων προστασίας του καταναλωτή.

Τέλος, σε περίπτωση που οι καταναλωτές έχουν αγοράσει κάποιο παράνομο προϊόν, θα λαμβάνουν μήνυμα από τον πάροχο του online marketplace που θα τους ενημερώνει για το γεγονός πως αγόρασαν κάποιο παράνομο προϊόν και θα τους παρέχει λεπτομέρειες γι’ αυτό αλλά και τα στοιχεία του εμπόρου ο οποίος τους το πούλησε.

 

 

  • Δίκαιη πρόσβαση στις δημοφιλείς υπηρεσίες, διαλειτουργικότητα, :

 

Οι χρήστες των υπηρεσιών των gatekeeper θα παρατηρήσουν πως πλέον οι υπηρεσίες αυτές θα παρέχουν πάντα δυνατότητα πρόσβασης σε και διαλειτουργικότητας με εφαρμογές και λογισμικό τρίτων παρόχων (π.χ. πρόσβαση στο app store τρίτου παρόχου μέσω τηλεφώνων apple). Επίσης, κατά την αρχική εγκατάσταση ενός λειτουργικού συστήματος, ο χρήστης θα έχει την επιλογή να αλλάξει τις προεπιλεγμένες ρυθμίσεις του συστήματος. Μάλιστα, εντός των επόμενων ετών θα έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες διαλειτουργικότητας μεταξύ των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών των gatekeeper (θα μπορούν π.χ. να στείλουν μήνυμα μέσω whatsapp σε χρήστη του viber ή του signal).

 

Τέλος, οι χρήστες των πλατφορμών των gatekeeper θα έχουν σύντομα το δικαίωμα να ζητήσουν τη μεταφορά όλων των δεδομένων, που παρέχουν στις πλατφόρμες αυτές και των δεδομένων που παράγονται κατά τη χρήση της πλατφόρμας, τόσο στους ίδιους όσο και σε οποιονδήποτε τρίτο πάροχο (δικαίωμα φορητότητας). Το δικαίωμα φορητότητας υφίστατο ήδη σε ό,τι αφορά τα προσωπικά δεδομένα, βάσει του GDPR, αλλά, μέσω των διατάξεων του DMA, επεκτείνεται στο σύνολο των δεδομένων του χρήστη και λαμβάνει έναν ευρύτερο και πιο αποτελεσματικό χαρακτήρα.

 

  • Πρόστιμα και δικαίωμα αποζημίωσης των χρηστών:

 

Η παράβαση των διατάξεων του DSA και του DMA μπορούν να οδηγήσουν σε καταλογισμό προστίμων ύψους έως 6% ή 20%, αντιστοίχως, του παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών του παρόχου της υπηρεσίας που υπέπεσε στην παράβαση.

Οι χρήστες έχουν δικαίωμα αποζημίωσης για κάθε ζημιά που υπέστησαν λόγω παράβασης των υποχρεώσεων του DSA από κάποιο πάροχο ενδιάμεσης υπηρεσίας.

Σε περιπτώσεις παραβάσεων του DMA, οι οποίες θίγουν ή δύνανται να θίξουν τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών, μπορούν να ασκηθούν συλλογικές αγωγές αποζημίωσης, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937

 

Οι επαγγελματίες χρήστες, θα πρέπει να παρατηρήσουν σταδιακά τις εξής αλλαγές κατά τη χρήση των πλατφορμών των gatekeeper:

 

  • Μειωμένο έλεγχο των gatekeeper στους όρους των προσφορών και των συμφωνιών που συνάπτει ο επαγγελματίας χρήστης με τους πελάτες του, μέσω της υπηρεσίας του gatekeeper.

 

  • Πιο ελεύθερη και διαφανή πρόσβαση στις βασικές επιγραμμικές υπηρεσίες:

Ο DMA εισάγει σειρά μέτρα που εξασφαλίζουν την εύκολη πρόσβαση των επαγγελματιών στις υπηρεσίες των gatekeeper, η χρήση των οποίων απαιτείται για να παραμείνουν ανταγωνιστικοί.

Έτσι, οι επαγγελματίες χρήστες θα έχουν πλέον ελεύθερη πρόσβαση σε εργαλεία και στοιχεία του gatekeeper που διευκολύνουν την διενέργεια των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του χρήστη μέσω της συγκεκριμένης υπηρεσίας και την λήψη επιχειρηματικών αποφάσεων.

Επίσης, οι επαγγελματίες χρήστες που χρησιμοποιούν υπηρεσίες διαφήμισης μέσω των gatekeeper, θα έχουν πρόσβαση σε πιο αναλυτική πληροφόρηση ως προς τα οικονομικά στοιχεία που συνδέονται με τις διαφημίσεις μέσω της πλατφόρμας.

 

  • Μεγαλύτερο έλεγχο επί των δεδομένων στους επαγγελματίες και μείωση των καταχρηστικών πρακτικών από τους gatekeeper:

 

Οι επαγγελματίες χρήστες θα μπορούν να λειτουργήσουν με μεγαλύτερη ασφάλεια εντός των επαγγελματικών υπηρεσιών που παρέχουν οι gatekeeper, καθώς είναι πλέον ρητώς παράνομη η χρήση των δεδομένων που συλλέγει κάποιος gatekeeper σε σχέση με την επιχείρηση κάποιου επαγγελματία χρήστη, λόγω της χρήσης της πλατφόρμας από τον τελευταίο, με σκοπό τον ανταγωνισμό του gatekeeper με τον χρήστη.

Επίσης, οι επαγγελματίες χρήστες θα παρατηρήσουν μείωση ή και εξάλειψη των περιπτώσεων που τα ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες κάποιου gatekeeper εμφανίζονται ψηλότερα από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του χρήστη, βάσει μη αντικειμενικών κριτηρίων.

 

5. ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Είναι σαφές ότι κανένα νομοθέτημα δεν μπορεί να ρυθμίσει, εν μία νυκτί, όλα τα νομικά ζητήματα που δημιουργούνται τα τελευταία χρόνια λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης και χρήσης των νέων τεχνολογιών στον χώρο του διαδικτύου και των ψηφιακών αγορών.

 

Δεδομένου όμως του γεγονότος πως το υφιστάμενο πλαίσιο ρύθμισης αυτών των ζητημάτων είναι απαρχαιωμένο και πολύ κατώτερο των απαιτήσεων, αλλά και του συνεχώς αυξανόμενου ρόλου που έχουν στην ζωή του μέσου Ευρωπαίου πολίτη οι υπηρεσίες των επιχειρήσεων που ανήκουν στο Big Tech, μία απόπειρα νομικής ρύθμισης αυτών των ζητημάτων είχε εδώ και καιρό καταστεί αναγκαία.

 

Σε αυτά τα πλαίσια, η προσπάθεια ρύθμισης των ενδιάμεσων υπηρεσιών και των ψηφιακών αγορών, μέσω του DSA και του DMA, αποτελεί ένα σημαντικό πρώτο βήμα προς την σωστή κατεύθυνση. Οι νέες διατάξεις μπορεί να αποτελούν αποτέλεσμα συμβιβασμών και παραχωρήσεων από πλευράς του νομοθέτη, αλλά σίγουρα παρέχουν τόσο στις ρυθμιστικές αρχές όσο και στους τελικούς χρήστες των ψηφιακών υπηρεσιών μια σειρά σημαντικών εργαλείων που μπορούν να βοηθήσουν στην σταδιακή και μακροπρόθεσμη ρύθμιση των ψηφιακών αγορών και την προστασία των ψηφιακών δικαιωμάτων.

 

Φυσικά, η αποτελεσματικότητα των συγκεκριμένων ρυθμίσεων θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το πως θα αλληλοεπιδράσουν στην πράξη ο DSA και ο DMA με άλλα, υφιστάμενα ή μελλοντικά, νομοθετήματα της ΕΕ που ρυθμίζουν άλλες πτυχές της ψηφιακής μας ζωής, όπως ο GDPR, η Οδηγία NIS2, το Data Governance Act, το Data Act, και το AI Act.

 

Το παρόν άρθρο αναπτύχθηκε για να συμπεριληφθεί σε κείμενο εργασίας/μελέτη του Ινστιτούτου ΕΝΑ σχετικά με το DSA και το DMA. Ολόκληρη η μελέτη μπορεί να αναγνωσθεί στον ακόλουθο σύνδεσμο:  https://www.enainstitute.org/publication/dma-dsa-%ce%bc%ce%af%ce%b1-%ce%…

 

[1] Eurostat, “Digital economy and society statistics- households and individuals”, 2022, διαθέσιμο στον σύνδεσμο: https://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php?title=Digital_economy_and_society_statistics_-_households_and_individuals#:~:text=Highlights&text=In%202022%2C%20the%20share%20of,up%20from%2072%20%25%20in%202011.&text=52%20%25%20of%20EU%20individuals%20have,related%20information%20online%20in%202022.&text=49%20%25%20of%20EU%20individuals%20kept,when%20replacing%20it%20in%202022.

[2] European Commission, “Europe’s Digital Decade”, 2021, διαθέσιμο στον σύνδεσμο:

https://digital-strategy.ec.europa.eu/en/policies/europes-digital-decade#tab_1

[3] Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ» (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)

[4] Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 2022, «σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/31/ΕΚ» (πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες)

[5] Κανονισμός (ΕΕ) 2022/1925 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 2022, «σχετικά με διεκδικήσιμες και δίκαιες αγορές στον ψηφιακό τομέα και για την τροποποίηση των οδηγιών (ΕΕ) 2019/1937 και (ΕΕ) 2020/1828» (Πράξη για τις Ψηφιακές Αγορές)

[6] Αρθ.3 παρ.η DSA

[7] Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (2016/C 202/01), “ΕΝΟΠΟΙΗΜΈΝΗ ΑΠΌΔΟΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΉΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉ ΈΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΘΉΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΊΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΈΝΩΣΗΣ”, διαθέσιμη στον σύνδεσμο:  https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=celex%3A12016ME%2FTXT

 

Πηγή άρθρου