Ο εργοδότης που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της συμβάσεως έργου κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυρισθεί ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε απ` αυτή κατά το άρθρο 686 ΑΚ ή αναλόγως κατά τα άρθρα 382, 383 – 385 του ΑK – Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου

  • Αρχική
  • Νομικά Νέα
  • Ο εργοδότης που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της συμβάσεως έργου κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυρισθεί ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε απ` αυτή κατά το άρθρο 686 ΑΚ ή αναλόγως κατά τα άρθρα 382, 383 – 385 του ΑK – Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου

Με την καταγγελία της συμβάσεως έργου του άρθρου 700 ΑΚ από τον εργοδότη δημιουργείται για τον εργοδότη η υποχρέωση να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του και για τον εργολάβο να παραδώσει στον εργοδότη το τμήμα του έργου που μέχρι την καταγγελία εκτέλεσε.

Διαφορετική από την καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ είναι ως προς τις προϋποθέσεις, αλλά και ως προς τις συνέπειες, η υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου, που προβλέπεται από το άρθρο 686 ΑΚ. Με την υπαναχώρηση, η οποία μπορεί να είναι ολική ή μερική, δηλαδή μόνον κατά το ανεκτέλεστο μέρος του έργου, η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά, ολικά ή αναλόγως εν μέρει, και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρο 389 § 2 ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν. Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση μερικής υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο αμοιβή αντίστοιχη με το μέρος του έργου που αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε.

Επιπρόσθετα, ο εργοδότης που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της συμβάσεως έργου κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυρισθεί ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε απ` αυτή κατά το άρθρο 686 ΑΚ ή αναλόγως κατά τα άρθρα 382, 383 – 385 του ΑΚ και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής στον εργολάβο. Εναπόκειται, δε, στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, αποτελεί υπαναχώρηση ή καταγγελία. (ΑΠ 1110/2021, α’ δημοσίευση Nomos)[1]. Η κρίση του όμως που εξήχθη με βάση τα γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1229/2017, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 358/2014, ΑΠ 233/2006).

Η άσκηση από τον εργοδότη της κατ` άρθρο 700 ΑΚ καταγγελίας, δεν λειτουργεί συγχρόνως και ως υπαναχώρηση, κατ` άρθρο 689 του ίδιου Κώδικα, η οποία, σε αντίθεση με την καταγγελία, ενεργεί αναδρομικώς και επιφέρει απόσβεση εξαρχής των αμοιβαίων υποχρεώσεων των συμβαλλομένων (ΑΠ 1598/2011, ΑΠ 1617/2009). Η άνω διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ περιέχει κανόνα ενδοτικού δικαίου, γι` αυτό είναι ισχυρές αντιθέτου περιεχομένου συμφωνίες, με τις οποίες ορίζεται διαφοροποίηση στη ρύθμιση από εκείνη της διάταξης (ΑΠ 358/2014, ΑΠ 1474/2013). Δηλαδή με αντιθέτου περιεχομένου συμφωνίες, μπορεί να περιορίζεται το δικαίωμα του εργοδότη από το άρθρο 700 ΑΚ με την άσκηση αυτού μόνο αν συντρέξουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις (λ.χ. υπαίτια παράβαση συγκεκριμένων υποχρεώσεων του εργολάβου, σπουδαίος λόγος) ή να καταλύεται, δηλαδή να χωρεί έγκυρη παραίτηση του εργοδότη από το δικαίωμα της καταγγελίας ή να παραχωρούνται περισσότερα δικαιώματα στον εργοδότη, όπως απαλλαγή από καταβολή της αμοιβής ή να περιορίζεται η υποχρέωση σε ορισμένο ποσοστό ή να ορίζεται ποινική ρήτρα, σε περίπτωση καταγγελίας, η οποία αντικαθιστά τις υποχρεώσεις από τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, ή είναι πέραν αυτών (ΑΠ762/2006,ΑΠ 168/2005)[2].

Εξάλλου, το άρθρο 399 του ΑΚ ορίζει ότι αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι ο οφειλέτης που δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του εκπίπτει από τα συμβατικά του δικαιώματα (ρήτρα έκπτωσης), θεωρείται ότι ο δανειστής επιφύλαξε για την περίπτωση αυτή δικαίωμα υπαναχώρησης (συμβατική υπαναχώρηση). Πρόκειται για κανόνα ερμηνευτικό της βούλησης των μερών, ο οποίος όμως είναι ενδοτικού χαρακτήρα (ΑΠ 696/1982, 1484/2009) και μπορεί, επομένως, να συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση αθέτησης της υποχρέωσης του οφειλέτη, η οποία, εν αμφιβολία, πρέπει κατά το άρθρ. 397 του ΑΚ να οφείλεται σε υπαιτιότητά του, η έκπτωση δεν θα αφορά όλα τα δικαιώματά του από τη σύμβαση, αλλά ορισμένα μόνον από αυτά (ρήτρα μερικής έκπτωσης) και θα επέρχεται είτε αυτοδικαίως είτε κατόπιν αντίστοιχης μερικής υπαναχώρησης του δανειστή από τη σύμβαση ή ότι δεν θα ενεργεί αναδρομικά, αλλά μόνο για το μέλλον, οπότε θα πρόκειται για καταγγελία της σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση, ο επικαλούμενος ότι η συμφωνημένη ρήτρα έκπτωσης του οφειλέτη από τα συμβατικά του δικαιώματα έχει έννοια διαφορετική από αυτήν του άρθρ. 399 του ΑΚ, δηλαδή δεν θεμελιώνει δικαίωμα υπαναχώρησης του δανειστή από την όλη σύμβαση, οφείλει να το επικαλεσθεί και να το αποδείξει (ΑΠ 1649/1983, 938/2005, 274/2008, 288/2016)[3].

Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος

Email: [email protected]

[1] Βλ. υπ’ αριθμόν 396/2023 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] Βλ. υπ’ αριθμόν 1051/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3] Βλ. υπ’ αριθμόν 57/2022 απόφαση του Εφετείου Πατρών, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

Πηγή άρθρου