Νόμιμος ο παρεμπίπτων έλεγχος του διοικητικού δικαστηρίο

Στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι “Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος […]”, στο δε άρθρο 106 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι “Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους”. Περαιτέρω, το άρθρο 932 του ΑΚ ορίζει ότι “Σε περίπτωση αδικοπραξίας, […] το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του”. Εξάλλου, στο άρθρο 78 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ΚΔΔ ορίζεται ότι “[…]. αγωγή για αξίωση που θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης δεν είναι απαράδεκτη αν, κατά της πράξης ή της παράλειψης αυτής, δεν ασκήθηκε το από τις κείμενες διατάξεις προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα. Στην περίπτωση αυτή, κατά την εκδίκαση της αγωγής έχουν εφαρμογή τα οριζομενα στην παρ. 2 του άρθρου 80″ το οποίο προβλέπει (άρθρο 80 παρ. 2) ότι “Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 4 του άρθρου 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αν η αξίωση θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, το δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει δεδικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης αυτής”. Επίσης, με το άρθρο 50 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 ορίζεται ότι “Οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτηση που κρίθηκε από το Συμβούλιο”.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αντίστοιχες του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι, επί αποζημιωτικής αγωγής, θεμελιούμενης σε παράνομη πράξη ή παράλειψη της Διοίκησης, το δικάζον διοικητικό δικαστήριο ελέγχει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή παράλειψης αυτής, εφόσον δεν υπάρχει δεδικασμένο (πρβλ. ΣτΕ 1716/2013). Όταν, όμως, υπάρχει τέτοιο δεδικασμένο που απορρέει από απορριπτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, τα οποία επιλήφθηκαν της εκδίκασης -ως κατά νόμο καθ’ ύλην αρμόδια- σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, αίτησης ακύρωσης κατά της πληττόμενης ως παράνομης πράξης ή παράλειψης, δεν δύναται να θεμελιωθεί αξίωση αποζημίωσης, ακόμα και αν το δεδικασμένο αφορά σε τυπικό λόγο (πρβλ. ΣτΕ 1716/2013 σκ. 9, 2176/2012, 604/2005, 6556/2023 ΔιοικΠρΑθ -αδημ.).

Ευγενία Α. Φωτοπούλου, δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου