μη εμπρόθεσμη καταβολή δικαστικού ενσήμου

Το άρθρο 227 § 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: “Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή το διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία”. Με την ως άνω διάταξη υλοποιείται η πρόθεση του νομοθέτη να περιορίσει κατά το δυνατό την απώλεια της δίκης από τυπικούς λόγους, δίνοντας τη δυνατότητα στον πρόεδρο του Πολυμελούς Δικαστηρίου ή στον εισηγητή ή στο δικαστή του Μονομελούς Δικαστηρίου να καλέσει και μετά τη συζήτηση τον πληρεξούσιο δικηγόρο να συμπληρώσει τις τυπικές παραλείψεις, που μπορούν να αναπληρωθούν. Τέτοιες παραλείψεις, για τις οποίες το Δικαστήριο υποχρεούται να προκαλέσει την συμπλήρωσή τους, είναι τόσο οι αναφερόμενες στις διαδικαστικές προϋποθέσεις, όσο και κάθε άλλη τυπική έλλειψη. Όμως, η παράλειψη προσκόμισης του δικαστικού ενσήμου δεν συνιστά παράλειψη δυναμένη να συμπληρωθεί υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 227 ΚΠολΔ, αφού γι’ αυτό υπάρχει ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 237 § 1, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, που προέβλεπε (και εξακολουθεί να προβλέπει), ως απώτατο χρονικό σημείο κατάθεσης του δικαστικού ενσήμου τη συζήτηση της υπόθεσης. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, η παραβίαση εκ μέρους του δικαστή του εκ της ανωτέρω διατάξεως καθήκοντός του, αποτελεί λόγο εφέσεως και όχι λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1091/2015, ΑΠ 1892/2006, ΑΠ 181/2023).

Ευγενία Α. Φωτοπούλου, δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου