Μεταβίβαση επιχείρησης, κατ’ άρθ. 479 ΑΚ

Με τη διάταξη του άρθ. 479 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι «αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στον δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει. Αντίθετη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων που βλάπτει τους δανειστές είναι άκυρη απέναντι τους», και σκοπό έχει την προστασία της συναλλακτικής πίστης και ευθύτητας, καθιερώνεται αναγκαστική από το νόμο σωρευτική αναδοχή των χρεών, με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ, και δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος, για επαχθή ή χαριστική αιτία, και του αποκτώντος, συνδεόμενων, όταν συνενάγονται, με απλή ομοδικία, από τους οποίους ο πρώτος ευθύνεται απεριόριστα και με ολόκληρη την προσωπική του περιουσία, και ο δεύτερος περιορισμένα και, συγκεκριμένα, μέχρι την αξία της μεταβιβαζόμενης περιουσίας, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, και με την προσωπική του περιουσία.

Με τη διάταξη του άρθ. 479 ΑΚ, καθιερώνεται αρχή γενικότερης σημασίας, η οποία ισχύει σε κάθε περίπτωση που το ενεργητικό της περιουσίας ή της επιχείρησης ενός φυσικού ή νομικού προσώπου περιέρχεται σε άλλον με ειδική διαδοχή, ιδρύοντας σωρευτική αναδοχή από το νόμο, περιορισμένη μέχρι την αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται. Ολόκληρη, δε, η διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου και ιδρύεται με αυτήν παθητική εις ολόκληρον ενοχή (άρθρα 481 επόμ. ΑΚ) μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος  για τα χρέη του πρώτου, που υπήρχαν μέχρι τον χρόνο της μεταβίβασης και που είχαν δημιουργηθεί μέχρι τη μεταβίβαση αυτήν, η, δε, σωρευτική από τη διάταξη αυτή (ΑΚ 479) ευθύνη του αποκτώντος την περιουσία ή την επιχείρηση καταλαμβάνει και τις παρεπόμενες της κύριας απαίτησης υποχρεώσεις, όπως είναι και αυτή περί καταβολής τόκων (ΕφΠατρ 496/2021 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠΠειρ 1426/2009, ΕφΑΔ 2009. 39, Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, άρθρο 479, αρ. 23).

Για την εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) Οριστική σύμβαση μεταξύ οφειλέτη και τρίτου, η οποία έχει ως αντικείμενο τη μεταβίβαση της περιουσίας ή της επιχείρησης. Η διάταξη εφαρμόζεται και αν ακόμη δεν καταρτίστηκε καμία ενοχική σύμβαση ή εκείνη που καταρτίστηκε είναι άκυρη, αρκεί, και στις δύο περιπτώσεις, ότι πράγματι επακολούθησε μεταβίβαση της επιχείρησης με την εκτέλεση των μεταβιβαστικών πράξεων, ήτοι να έλαβε χώρα η εμπράγματη μεταβίβαση της περιουσίας ή της επιχείρησης και ειδικότερα των κατ’ ιδίων στοιχείων που απαρτίζουν την περιουσία, για τα οποία πρέπει να τηρηθεί ο τρόπος που αρμόζει σε καθένα, δηλαδή παράδοση για τα κινητά, μεταγραφή για τα ακίνητα και εκχώρηση και αναγγελία για τις απαιτήσεις (ΕφΛαμ 23/2013 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 798/2004, ΑχΝομ 2005.103). Η αιτία είναι αδιάφορη για την ισχύ της σύμβασης, δηλαδή ανεξάρτητα αν αυτή είναι επαχθής ή χαριστική.

Ως επιχείρηση, κατά την υπόψη διάταξη, νοείται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της οικονομικής επιστήμης, το σύνολο των πραγμάτων, δικαιωμάτων και πραγματικών καταστάσεων (καλή φήμη, εμπορική πίστη, πελατεία κ.λπ.), που έχουν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα από τον φορέα τους, φυσικό ή νομικά πρόσωπο, για τον προσπορισμό κέρδους. Ο όρος περιουσία χρησιμοποιείται με την στενή έννοια αυτού, δηλαδή ως το ενεργητικό των δεκτικών χρηματικής αποτίμησης έννομων σχέσεων και η μεταβίβαση αυτής μπορεί να είναι ολική ή μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων αλλά αυτά αποτελούν τα κυριότερα στοιχεία της όλης περιουσίας. β) Γνώση του αποκτώντος. Κατά τις παραδοχές της θεωρίας και νομολογίας, παρά την έλλειψη σχετικής στη διάταξη διατύπωσης, για την εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ απαιτείται αυτός που απέκτησε να γνώριζε ότι η μεταβίβαση αφορά το σύνολο ή το πλέον σημαντικό τμήμα της περιουσίας ή της επιχείρησης. Η γνώση υφίσταται, κατά τις διέπουσες την εφαρμογή αυτού αρχές της συναλλακτικής καλής πίστης, όταν, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, από τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η μεταβίβαση, ο αποκτών γνώριζε την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η περιουσία αποτελούσε το σύνολο ή το σημαντικότερο τμήμα αυτής. γ) Χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή την επιχείρηση. Ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε νοούνται οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός νομικός λόγος αυτών να υπήρξε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Για την ευθύνη του αποκτώντος δεν απαιτείται να γνώριζε αυτός, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, τα χρέη που βαρύνουν την περιουσία ή την επιχείρηση, ούτε, επίσης, απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωριστεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή του.

Έννομη συνέπεια της συνδρομής των παραπάνω προϋποθέσεων είναι η γέννηση ευθύνης αυτού που αποκτά την περιουσία απέναντι στους δανειστές αυτού που μεταβιβάζει για εξόφληση χρεών της περιουσίας. Η ευθύνη του αποκτώντος περιορίζεται έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων και αρχίζει από τότε που καταρτίζεται η ενοχική σύμβαση για την μεταβίβαση, ενώ, αν η σύμβαση αυτή είναι άκυρη ή δεν καταρτίστηκε καθόλου, η ευθύνη αρχίζει από τότε που πράγματι επήλθε η μεταβίβαση (ΜΠρΗλ 110/2022 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 18/2019 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 496/2021 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

Πηγή άρθρου