Η ρευματοκλοπή ως ειδικότερη μορφή κλοπής.

1.Η ρευματοκλοπή ως ειδικότερη μορφή κλοπής- Μορφές τέλεσης του εγκλήματος

 

Ως ειδικότερη μορφή του περιουσιακού εγκλήματος της κλοπής παρίσταται η ρευματοκλοπή.

Τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ρευματοκλοπής δεν αναφέρονται στον Ποινικό κώδικα, καθώς στην παράγραφο 2 του άρθρου 372 ΠΚ ορίζεται ότι κινητό πράγμα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής θεωρείται και η ενέργεια του ηλεκτρισμού.

Ως ρευματοκλοπή, στο εγχειρίδιο της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας για τις ρευματοκλοπές (Βλ. την υπ’ αριθμ.  236/2017 Απόφαση ΡΑΕ (ΦΕΚ Β 1871/30.05.2017), ορίζεται εν γένει η αυθαίρετη και με δόλο επέμβαση σε εξοπλισμό ή και εγκαταστάσεις του δικτύου, με σκοπό την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς αυτή να καταγράφεται ή χωρίς να αντιστοιχίζεται με εκπρόσωπο φορτίου ώστε να μην τιμολογείται.

 Συνηθέστερη περίπτωση συνιστά η επέμβαση στον μετρητή ή άλλο στοιχείο της μετρητικής διάταξης που αποσκοπεί στην αλλοίωση της καταγραφόμενης ενέργειας. Άλλες περιπτώσεις ρευματοκλοπής συνιστούν ενδεικτικά:

  • Η παράκαμψη υφιστάμενου μετρητή (απ’ ευθείας σύνδεση της γραμμής πίνακαμετρητή με το καλώδιο παροχής της εγκατάστασης), οπότε και το σύνολο της καταναλισκόμενης ενέργειας δεν καταγράφεται.
  • Η απευθείας σύνδεση της εσωτερικής εγκατάστασης με το Δίκτυο, απουσία μετρητικού εξοπλισμού (σε περιπτώσεις που ο μετρητής έχει αποξηλωθεί ή και ουδέποτε εγκαταστάθηκε).
  • Η απευθείας σύνδεση με αγκίστρωση στους αγωγούς του εναερίου δικτύου, απουσία μετρητή ή/και παροχής ή/και νομίμως υφιστάμενου κτίσματος (περιπτώσεις καταυλισμών κ.λπ.).
  • Η αυθαίρετη επανενεργοποίηση παροχών που έχουν απενεργοποιηθεί αλλά υπάρχει σύμβαση προμήθειας σε ισχύ (π.χ. απενεργοποίηση μετά από αίτημα Προμηθευτή λόγω υπερημερίας, παραβίαση όρων σύμβασης σύνδεσης από πελάτη, μη ανανέωση εργοταξιακής παροχής), με ή χωρίς αλλοίωση της μέτρησης.

Σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου (ΑΠ 846/2019), από τις διατάξεις του άρθρου 372 παρ. 1 και 2, δια των οποίων προστατεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται η από τον δράστη, με θετική ενέργεια, αφαίρεση από την φυσική κατοχή άλλου, ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος, μη ανήκοντος κατά κυριότητα σ` αυτόν, αυτογνωμόνως, χωρίς την συναίνεση του έχοντος δικαίωμα επ` αυτού ιδιοκτήμονος, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του.

Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της επί του κινητού πράγματος υφισταμένης ξένης κατοχής και την θεμελίωση νέας επ` αυτού κατοχής από τον δράστη ή τρίτον με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση.

Αποτελεί δε κλοπή και η καθ` οιονδήποτε τρόπο αφαίρεση ηλεκτρικής ή άλλης ενέργειας με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή της. Τέτοια κλοπή ενεργείας του ηλεκτρισμού, επιτυγχάνεται κυρίως και αμέσως με την μη αναγραφή του αναλισκομένου ρεύματος στον μετρητή με την δια τεχνικών μέσων καθ` οιονδήποτε τρόπο επέμβαση σ` αυτόν (μετρητή της Δ.Ε.Η.), η οποία παρέχει προνομιακώς ηλεκτρικό ρεύμα στους συμβαλλόμενους με αυτή, ώστε αυτός (μετρητής) να δείχνει λιγότερες μονάδες αναλισκομένου ρεύματος καθ` εκάστη χρονική περίοδο.

Έκρινε λοιπόν με τη νομολογία του ο Άρειος Πάγος ότι ήταν αναιρετέα απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων, καθώς η εν λόγω απόφαση περιείχε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και, ως εκ τούτου, στερείτο νόμιμης βάσης, αφού καθίστατο ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος ως προς τα στοιχεία που συνιστούν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της κλοπής ηλεκτρικής ενέργειας και γενικότερα την ταυτότητα της εν λόγω πράξης. Συγκεκριμένα, ενώ στο σκεπτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορούμενη για κλοπή κατ`εξακολούθηση ηλεκτρικής ενέργειας, η αξία της οποίας ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 2.054,49 ευρώ, με το διατακτικό της καταδίκασε αυτήν για κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας κατ`εξακολούθηση συνολικής αξίας 6.163,49 ευρώ, δημιουργώντας έτσι ασάφεια και αντίφαση ως προς την αξία της κλαπείσας ηλεκτρικής ενέργειας και καθιστώντας αδύνατο τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων στοιχείων, από τα οποία συγκροτείται η ως άνω αξιόποινη πράξη.

  1. Άρση του αξιοποίνου του φυσικού αυτουργού λόγω εξόφλησης

Στο άρθρο 384 του προϊσχύσαντα Ποινικού Κώδικα, το οποίο αναφερόταν στην ικανοποίηση του παθόντος προβλεπόταν ότι : «1. Το αξιόποινο των εγκλημάτων των άρθρων 372-374, 375-377, 381 και 382 εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές αποδώσει χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μερος. 2. Εάν ο υπαίτιος των πράξεων της παραγράφου 1 μέχρι την άσκηση της ποινικής δίωξης, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου αποδώσει το πράγμα και δηλώσει ο παθών ή οι κληρονόμοι του ότι δεν έχουν άλλη αξίωση από την πράξη ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους 9 τόκους υπερημερίας, δεν κινείται ποινική δίωξη και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών. 3. Ο υπαίτιος των πλημμελημάτων, που προβλέπονται στα άρθρα 372, 373, 375-377, 381 και 382 απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν, μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποδώσει το πράγμα και δηλώσει ο παθών ή οι κληρονόμοι του ότι δεν έχουν άλλη αξίωση από την πράξη ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας. 4. Στην απόπειρα των πράξεων της παραγράφου 1 αρκεί δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του ότι έχουν ικανοποιηθεί. 5. Η δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του ότι ικανοποιήθηκαν εντελώς ισχύει για όλους τους συμμετόχους, εκτός από εκείνους που δηλώνουν ότι δεν την αποδέχονται».

Εξάλλου, κατά το άρθρο 381 του ισχύοντα Ποινικού Κώδικα: « 1. Για την ποινική δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 374Α, 375 παρ. 1 και 2, 377 και 378 παρ. 1 εδάφ. β` απαιτείται έγκληση. Στις περιπτώσεις των άρθρων 372, 374 παρ. 1, και 378 παρ. 1 εδαφ. α`, η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως με διάταξή του απέχει από την ποινική δίωξη αν ο παθών δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Αν η δήλωση υποβληθεί μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, το δικαστήριο παύει οριστικά αυτήν. 2. Το αξιόποινο των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου ή κατηγορουμένου για την πράξη, αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος. Στην περίπτωση του άρθρου 374Α, μαζί με την απόδοση του πράγματος απαιτείται και η πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος. 3. Εάν ο υπαίτιος των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, καταβάλλοντας την αξία του, απαλλάσσεται από κάθε ποινή εφόσον πληρώσει επιπλέον τους τόκους υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος. 4. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται για τα πλημμελήματα που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 και μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

  1. Τύχη συμμετόχων στην τέλεση του εγκλήματος της ρευματοκλοπής σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος κηρυχθεί αθώος

 Σύμφωνα με την μέχρι σήμερα διαμορφωμένη νομολογία του Αρείου Πάγου ως προς την τύχη των συμμετόχων σε ένα έγκλημα, εφόσον απαλλαγεί από την κατηγορία ο φυσικός αυτουργός, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 47 παρ. 1 και 48 του ΠΚ προκύπτει ότι για την ύπαρξη της συνέργειας, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, δηλαδή η στοιχειοθέτηση αξιοποίνου πράξεως, για την οποία δεν συντρέχει λόγος που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της.

Αν δε ο κατηγορούμενος, ως φυσικός αυτουργός, κηρύχθηκε αθώος ελλείψει δόλου, ή διότι έγινε δεκτό ότι η πράξη τελέστηκε από τρίτο, άγνωστο πρόσωπο, η ευθύνη του συμμετόχου (συναυτουργού, ηθικού αυτουργού και συνεργού) εξακολουθεί υφισταμένη (ΑΠ 1240/2006, ΑΠ 2185/2003).

Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή όταν δεν τελεσθεί αντικειμενικώς αξιόποινη πράξη από τον αυτουργό, δεν νοείται, παρά την αυτοτέλεια του αξιοποίνου των συμμετόχων (άρθρο 48 ΠΚ), συμμετοχή σε ανύπαρκτο έγκλημα (ΑΠ 2185/2003).

Εξ άλλου, ο δόλος κάθε συμμετόχου είναι διπλός και περιλαμβάνει και καλύπτει τόσον γνωσιακά όσον και βουλητικά αφ` ενός μεν την παροχή συνδρομής στον δράστη της κυρίας πράξεως προς τέλεση αυτής, αφ` ετέρου δε και την τέλεση της κυρίας πράξεως από τον αυτουργό.

Επομένως, σε περίπτωση εξόφλησης από τον φυσικό αυτουργό του συνόλου της οφειλής του προς τη ΔΕΗ, η οποία έχει προκύψει μετά από ρευματοκλοπή, εφόσον εκείνος απαλλάσσεται από τη σχετική κατηγορία της ρευματοκλοπής, θα πρέπει κανονικά να απαλλαγεί και τυχόν συμμέτοχος στο έγκλημα αυτό.

Αντίθετα, πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου Κακουργημάτων θεωρούν ότι τυχόν εξόφληση εκ μέρους του φυσικού αυτουργού της ρευματοκλοπής συνιστά προσωπικό λόγο απαλλαγής από την ποινή, ενώ το αδίκημα συνεχίζει να υφίσταται. Επομένως, τυχόν συμμέτοχος στην ίδια πράξη ευθύνεται ως συμμέτοχος στο αδίκημα της ρευματοκλοπής, χωρίς να καταλαμβάνεται από την ευνοϊκή ποινική μεταχείριση του φυσικού αυτουργού.

Πηγή: Επιμορφωτικό Σεμινάριο Δικαστικών Λειτουργών ΘΕΜΑ: «Ο ΝΕΟΣ ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΜΕΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ»

Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

Πηγή άρθρου