η μνεία της αξίας κτήσ

Από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι α) η λύση του γάμου ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υπόχρεου (ΑΠ 438/2007, ΤΝΠ Νόμος). Για τον ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων αυτών, ως αύξηση νοείται η διαφορά που προκύπτει αν από την αξία της περιουσίας, την οποία είχε ο εναγόμενος κατά το χρόνο γεννήσεως της αξιώσεως συμμετοχής του ενάγοντος σε αυτήν (τελική περιουσία), αφαιρεθεί η αξία της περιουσίας, την οποία ο ίδιος είχε κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία). Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, θεωρείται, στην περίπτωση λύσεως του γάμου με διαζύγιο ή ακυρώσεώς του, ο χρόνος του αμετακλήτου της σχετικής αποφάσεως, στην περίπτωση, δε, της τριετούς διαστάσεως, ενόψει του ότι η άσκηση της αξιώσεως με βάση τη συμπλήρωση τριετίας από τη συζυγική διάσταση έχει ως προϋπόθεση ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί, η περιουσιακή αύξηση του υπόχρεου συζύγου, πρέπει να ανάγεται στο χρόνο ασκήσεως της αγωγής του άρθρου 1400 ΑΚ, καθόσον για τη γέννηση της αξιώσεως αυτής, δεν ορίζεται από το νόμο συγκεκριμένη χρονική αφετηρία, αφού αρκεί να έχει διαρκέσει η διάσταση των συζύγων περισσότερο από τρία χρόνια (ΑΠ 411/2004, ΕλλΔνη 45, 1355, ΕφΑΘ 4241/2006, ΕλλΔνη 2007). Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρηματική αξία των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου, δηλαδή για την εξεύρεση της σε χρήμα αξίας τους, κρίσιμος είναι ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας, δηλαδή εκείνος της ασκήσεως της αγωγής και της τυχόν επερχομένης διαφοροποιήσεως μέχρι την πρώτη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο του δικαστηρίου (ΑΠ 252/2002, ΕλλΔνη 44, 130, ΕφΔωδ 83/2007, ΤΝΠ Νόμος). Η μνεία της αξίας κτήσεως των επί μέρους αντικειμένων της περιουσίας του εναγομένου δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της αγωγής. Είναι αρκετή η αναφορά της αξίας του κάθε πράγματος κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, η οποία γίνεται πράγματι από τον ενάγοντα. Η αξία κτήσεως στις περιπτώσεις, που θεωρείται ενδεικτική για τη διαμόρφωση της αξίας της τελικής περιουσίας, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας κατά την αποδεικτική διαδικασία. Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο, με τον οποίο γίνεται ο υπολογισμός της αξίας της αρχικής ή της τελικής περιουσίας, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Κάποιος διαφορετικός τρόπος υπολογισμού ή μια ορθότερη εκτίμηση, μπορεί να προβληθεί από τον εναγόμενο ανταποδεικτικώς. Επίσης, η αμφισβήτηση των θέσεων της αγωγής ως προς το περιεχόμενο ή την αξία της αρχικής ή της τελικής περιουσίας, αποτελεί άρνηση και οι τυχόν ανακρίβειες μπορούν να ελεγχθούν κατά την ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως (ΕφΑΘ 7474/2005, ΕλλΔνη 2006, 848).

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

Πηγή άρθρου