Η έννοια του «δεδικασμένου». Νομολογιακή και θεωρητική

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση η οποία εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, παράγει δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και, συνακόλουθα, το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία έχει αυτό παραχθεί δεν επιτρέπεται να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης. Απαιτείται, δηλαδή, να διαπιστωθεί από το επιληφθέν Δικαστήριο αν μεταξύ της τελεσίδικης απόφασης και της νέας ανοιγείσας δίκης υπάρχει ταυτότητα των προσώπων και ταυτότητα διαφοράς.

Η δεύτερη αντικειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου αναλύεται περαιτέρω σε ταυτότητα δικαιώματος και του αντικειμένου του και σε ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας. Η διαπίστωση της ταυτότητας του κριθέντος δικαιώματος αποτελεί ζήτημα ουσιαστικού δικαίου. Ιστορική αιτία είναι τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελιώνεται η αγωγή, νομική δε αιτία η διάταξη του νόμου από την οποία απορρέει το προστατευτέο δικαίωμα [1]. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της διάταξης και τα οποία εφαρμόσθηκαν στην εκδοθείσα τελεσίδικη δικαστική απόφαση, είναι τα ίδια που συνθέτουν το πραγματικό της διάταξης η οποία θα εφαρμοσθεί στη νέα δίκη, ενώ ταυτότητα νομικής αιτίας όταν υπάρχει ταυτότητα της διάταξης που συγκροτεί τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τον κανόνα δικαίου, τον οποίο ο ενάγων ρητά ή σιωπηρά επικαλείται προκειμένου να θεμελιώσει τη νέα του αγωγή.

Η συγκεκριμένη προϋπόθεση, συναρτώμενη αμέσως προς τον συλλογιστικό χαρακτήρα της δικαστικής απόφασης, αποκτά αυτοτελή αξία ως παράγων για την οριοθέτηση του δεδικασμένου, ιδίως όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά είναι δυνατόν να υπαχθούν σε περισσότερους συρρέοντες κανόνες δικαίου που οδηγούν στην ίδια άπαξ εκπληρωτέα παροχή (Κεραμεύς-Κονδύλης-Νίκας, Ερμ.ΚπολΔ, τόμος I, εκδ. 2000, σελ. 651-652, ΟλΑΠ 967/1973).

Η δέσμευση του παραχθέντος δεδικασμένου στο επιληφθέν Δικαστήριο της νέας δίκης, λειτουργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Υποχωρεί δε η αρνητική λειτουργία αν αποδειχθεί πως υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση νέας αγωγής.

Επί παραδείγματι, από την περιπτωσιολογία της νομολογίας και της θεωρίας, προκύπτει πως έχει κριθεί πως δεν υπάρχει η απαιτούμενη ταυτότητα αν στην πρώτη δίκη κρίθηκε το δικαίωμα νομής και η δεύτερη δίκη διεξάγεται για την κυριότητα του ίδιου πράγματος, ώστε να μην δημιουργείται η ως άνω προπεριγραφείσα δέσμευση στο επιληφθέν Δικαστήριο (Κεραμεύς-Κονδύλης-Νίκας Ερμ. ΚπολΔ, τόμος I, εκδ. 2000, σελ.650 και τις εκεί παραπομπές, ΑΠ 39/2020, ΑΠ 1125/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και Απ. Γεωργιάδης, Εγχ. Εμπράγματου Δικαίου, εκδ.2012, σελ.556, όπου αναφέρει πως η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε στη δίκη νομής δεν αποτελεί δεδικασμένο στη δίκη για την αρνητική αγωγή γιατί λείπει η ταυτότητα της διαφοράς). Ειδικότερα, το δεδικασμένο, εκτείνεται στο ουσιαστικό δικαίωμα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβασή ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες αυτές συνέπειες [2]. Εξάλλου, η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση ανεξαρτήτως του είδους αυτής (αναγνωριστικής, καταψηφιστικής και διαπλαστικής) [3]. Η άποψη δε ότι η ταυτότητα της νομικής αιτίας αίρεται όταν στη δεύτερη δίκη το Δικαστήριο διατυπώσει διαφορετική νομική εκδοχή ως προς την έννοια των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν στην τελεσίδικη απόφαση δεν λαμβάνει υπόψη ότι το δεδικασμένο καλύπτει και νομικά σφάλματα της τελεσίδικης απόφασης.

Ακόμα, επί απόρριψης της αγωγής ως νόμω αβάσιμης, διότι τα προβαλλόμενα με αυτή πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η δέσμευση από το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει μόνο τον συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως, όχι όμως και τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική αιτία της αγωγής και των οποίων έγινε υπαγωγή στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου [4]. Καλύπτεται από το δεδικασμένο η αρνητική κρίση ότι το ισχύον δίκαιο δεν προσδίδει στα προταθέντα πραγματικά περιστατικά την αιτηθείσα έννομη συνέπεια, δηλαδή η απορριπτική κρίση του δικαστηρίου καλύπτει κάθε δυνατή υπαγωγή, έστω κι αν το δικαστήριο παρέβλεψε κάποια νομική διάταξη στην οποία πράγματι θεμελιωνόταν η αγωγή (Μ.Μαργαρίτης, Α.Μαργαρίτη, ο.π., τόμος I, σελ. 558,παρ.16).

Τέλος, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 332ΚπολΔ, το Δικαστήριο λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την ύπαρξη δεδικασμένου, σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας. Ανακύπτει βέβαια το ζήτημα από πού θα αρυσθεί το Δικαστήριο τα στοιχεία για να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη δεδικασμένου. Κατά την επικρατέστερη άποψη, πρέπει κάποιος διάδικος να επικαλεστεί την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο, καθώς και τα γεγονότα που προκαλούν την τελεσιδικία έστω και διηγηματικά. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη το δεδικασμένο που προκύπτει από το σύνολο της δικογραφίας. Επίσης, το δεδικασμένο που προκύπτει από προηγούμενη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου μπορεί να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη, αφού πρόκειται για «γνωστό πράγμα» κατά την έννοια του άρθρου 336 ΚπολΔ στο δικαστήριο (Μ.Μαργαρίτης- Α.Μαργαρίτη, ο.π. τόμος I, σελ. 586-587) [5].

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] Α.Π. 396/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 113/2019, ΑΠ 456/2018, ΑΠ 294/2016, ΑΠ 1419/2015

[3] ΑΠ 299/2020, Ολ.ΑΠ 1/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 15/1998

[4] Α.Π.1947/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[5] ΕιρΚερκ 747/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

Πηγή άρθρου