Η ελαττωματικότητα της επιδόσεως ως παράβαση

Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν ο παραλήπτης της επιδόσεως ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 128 και 129 του αυτού Κώδικος αρνηθούν να παραλάβουν το έγγραφο ή να υπογράψουν την έκθεση επιδόσεως ή δεν μπορούν να την υπογράψουν, το όργανο της επιδόσεως επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, του γραφείου, του καταστήματος ή του εργαστηρίου, παρουσία ενός μάρτυρα. Από την τελευταία, ως άνω διάταξη, προκύπτει ότι ο περιγραφόμενος σ` αυτήν τρόπος επιδόσεως τηρείται αν ο προς ον γίνεται η επίδοση και σε περίπτωση απουσίας του, τα πρόσωπα που συνοικούν μαζί του, αρνούνται την παραλαβή του εγγράφου, ή την υπογραφή της σχετικής εκθέσεως ή αδυνατούν να πράξουν τούτο. Για την εγκυρότητα δε της εν λόγω θυροκολλήσεως πρέπει να βεβαιώνεται στην έκθεση επιδόσεως η άρνηση του συνοίκου να παραλάβει το έγγραφο ή να υπογράψει την έκθεση ή η αδυναμία του να πράξει τούτο (Α.Π. 617/2012). Εξάλλου, η διαλαμβανομένη στην έκθεση επιδόσεως βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή ότι αυτός στον οποίο παρεδόθη το έγγραφο έχει την ιδιότητα του συνοίκου του παραλήπτη αποτελεί, κατά το άρθρο 440 Κ.Πολ.Δ. πλήρη απόδειξη, αφού το συγκεκριμένο γεγονός είναι εξ εκείνων των οποίων την αλήθεια όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της εκθέσεως επιδόσεως δικαστικός επιμελητής, για να προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε νομότυπη επίδοση. Επιτρέπεται όμως ως προς αυτήν ανταπόδειξη, η οποία βαρύνει, κατά νόμο, εκείνον που αμφισβητεί την ρηθείσα ιδιότητα του φερομένου ως συνοίκου του παραλήπτη και δύναται να γίνει με όλα τα επιτρεπόμενα νόμιμα αποδεικτικά μέσα (Α.Π.350/2013). Άλλωστε η ελαττωματικότητα της επιδόσεως κατ` άρθρο 159 παρ. 1 και 160 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ως παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξεως, που συνεπάγεται ακυρότητα, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, και μόνο αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αυτή επέφερε ανεπανόρθωτη βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά. Τούτο δε διότι, για την τήρηση του σχετικού τύπου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 159, 544 και 559 του Κ.Πολ.Δ., δεν προβλέπεται ακυρότητα, αλλά ούτε δίδεται αναψηλάφηση ή αναίρεση. Το δικαστήριο δε, έχει εξουσία να δεχθεί ή να απορρίψει την ύπαρξη του προτεινομένου πραγματικού γεγονότος της βλάβης από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει περί τούτου απόδειξη και η σχετική κρίση του, ως αναγομένη στα πράγματα, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.. Ο διάδικος όμως που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση, δύναται, αν η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται, σε ελαττωματικότητα της επιδόσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση, υπό την έννοια της προσδόσεως διά δικαστικής αποφάσεως στην εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση της εννόμου συνέπειας που αυτή θα είχε, αν είχε ασκηθεί εμπροθέσμως. Το αίτημά του δε αυτό με τη συνδρομή της ανεπανόρθωτης βλάβης και ο ισχυρισμός με τον οποίο αμφισβητεί την ιδιότητα του παραλαβόντος θα πρέπει να υποβάλλονται με το δικόγραφο της εφέσεως ή με τις προτάσεις του, στα οποία (δικόγραφα) θα πρέπει να επικαλείται και τα προς απόδειξη μέσα (Α.Π.1724/2012). Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νομίμως προβληθεί ενώπιον αυτού (Ολ.ΑΠ 15/2001, 43/1990). Επίσης, από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και με την επ` αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναιρέσεως [1].

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] ίδετε ΑΠ 503/2018 δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

Πηγή άρθρου