Η απαγόρευση της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης που προβλέπουν οι Συνθήκες επιτρέπει τον εθνικό και εκ των υστέρων έλεγχο μιας συγχώνευσης επιχειρήσεων με μη κοινοτική διάσταση | Νομικά Νέα

  • Αρχική
  • Νομικά Νέα
  • Η απαγόρευση της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης που προβλέπουν οι Συνθήκες επιτρέπει τον εθνικό και εκ των υστέρων έλεγχο μιας συγχώνευσης επιχειρήσεων με μη κοινοτική διάσταση | Νομικά Νέα

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος 

Με τη δημοσιευθείσα στις 16.03.2023 απόφασή του το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι η απαγόρευση της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης που προβλέπουν οι Συνθήκες επιτρέπει τον εθνικό και εκ των υστέρων έλεγχο μιας συγχώνευσης επιχειρήσεων με μη κοινοτική διάσταση.

Σύμφωνα με το ΔΕΕ, δεν συντρέχει λόγος να περιοριστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία επικυρώνεται η δυνατότητα εφαρμογής της εν λόγω απαγόρευσης. 

Ιστορικό της υπόθεσης

Στις 13 Οκτωβρίου 2016, η Télédiffusion de France (TDF), η οποία παρέχει στη Γαλλία υπηρεσίες μετάδοσης εκπομπών επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης (ΕΨΤ), απέκτησε τον αποκλειστικό έλεγχο της Itas, εταιρίας η οποία δραστηριοποιείται επίσης στον τομέα της ΕΨΤ, κατόπιν εξαγοράς του συνόλου των μετοχών της τελευταίας.

Η πράξη εξαγοράς της Itas, η οποία δεν υπερέβαινε τα κατώτατα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 [κανονισμού για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων «Κοινοτικού κανονισµού συγκεντρώσεων»] και στο άρθρο L. 430‑2 του γαλλικού εμπορικού κώδικα, δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο κοινοποίησης ή εξέτασης στο πλαίσιο του εκ των προτέρων ελέγχου των συγκεντρώσεων. Η πράξη αυτή δεν οδήγησε εξάλλου ούτε σε διαδικασία παραπομπής στην Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 22 του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004.

Στις 15 Νοεμβρίου 2017 η Towercast, η οποία παρέχει υπηρεσίες μετάδοσης εκπομπών ΕΨΤ στη Γαλλία, υπέβαλε στην Autorité de la concurrence (Αρχή Ανταγωνισμού) καταγγελία σχετικά με πρακτική εφαρμοζόμενη στον τομέα της επίγειας μετάδοσης μέσω ραδιοκυμάτων. Η Towercast υποστήριξε ότι η απόκτηση από την TDF του ελέγχου της Itas στις 13 Οκτωβρίου 2016 συνιστούσε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως, καθόσον παρακώλυε τον ανταγωνισμό στις προηγούμενου και επόμενου σταδίου αγορές υπηρεσιών χονδρικής ως προς τη μετάδοση εκπομπών ΕΨΤ, ενισχύοντας σημαντικά τη δεσπόζουσα θέση της TDF στις εν λόγω αγορές.

Στις 25 Ιουνίου 2018 εστάλη στις TDF infrastructure και TDF infrastructure Holding, καθώς και στις Tivana France Holdings, Tivana Midco και Tivana Topco (Tivana) κοινοποίηση αιτιάσεων, με την οποία τους προσαπτόταν ότι «αποκτώντας, στις 13 Οκτωβρίου 2016, ως ενιαία επιχείρηση κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού, τον αποκλειστικό έλεγχο του ομίλου Itas, είχαν προβεί σε καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης την οποία η ενιαία αυτή επιχείρηση κατείχε στην επόμενου σταδίου αγορά υπηρεσιών χονδρικής ως προς τη μετάδοση εκπομπών ΕΨΤ», δεδομένου ότι η συγκεκριμένη πρακτική ήταν ικανή να έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στην αγορά υπηρεσιών χονδρικής προηγούμενου και επόμενου σταδίου σχετικά με τη μετάδοση εκπομπών ΕΨΤ, πρακτική η οποία απαγορεύεται από το άρθρο L 420‑2 του εμπορικού κώδικα και το άρθρο 102 ΣΛΕΕ.

Με την απόφαση αριθ. 20‑D‑01 της 16ης Ιανουαρίου 2020, η Autorité de la concurrence (Αρχή Ανταγωνισμού) έκρινε ότι η κοινοποιηθείσα αιτίαση κατά των εταιριών του ομίλου TDF δεν τεκμηριωνόταν και ότι δεν συνέτρεχε λόγος συνέχισης της οικείας διαδικασίας. Υιοθετώντας διαφορετική ανάλυση από εκείνη την οποία είχαν προκρίνει οι επιφορτισμένες με την έρευνα υπηρεσίες της, η Αρχή Ανταγωνισμού έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η έκδοση του κανονισμού (EOK) 4064/89 είχε χαράξει σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ του ελέγχου των συγκεντρώσεων και του ελέγχου των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικών και ότι ο κανονισμός (EK) 139/2004, ο οποίος διαδέχθηκε τον ανωτέρω κανονισμό, είναι ο μόνος που εφαρμόζεται στις συγκεντρώσεις, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο του 3, και καθιστά άνευ αντικειμένου την εφαρμογή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ σε μια πράξη συγκέντρωσης όταν δεν εκδηλώνεται καταχρηστική συμπεριφορά της οικείας επιχειρήσεως διακριτή από την πράξη συγκέντρωσης.

Στις 9 Μαρτίου 2020 η Towercast άσκησε προσφυγή κατά της ανωτέρω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

Προς στήριξη της προσφυγής, η Towercast στηρίχθηκε στην απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1973, Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής, C-6/72, υποστηρίζοντας ότι, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή μπορούσε νομίμως να εφαρμόσει στις πράξεις συγκέντρωσης μεταξύ επιχειρήσεων το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (μετέπειτα άρθρο 82 ΕΚ, νυν άρθρο 102 ΣΛΕΕ). Η Towercast ισχυρίστηκε ότι οι αρχές που διατυπώνονται με την απόφαση αυτή εξακολουθούν να ασκούν επιρροή. Η καθιέρωση του εκ των προτέρων ελέγχου των συγκεντρώσεων με τους κανονισμούς (EOK) 4064/89 και (EK) 139/2004 δεν κατέστησε άνευ αντικειμένου την εφαρμογή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ σε μια συγκέντρωση που δεν έχει κοινοτική διάσταση. Ο κανονισμός (EK) 139/2004 έχει αποκλειστική εφαρμογή μόνο στις συγκεντρώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, ήτοι εκείνες οι οποίες έχουν κοινοτική διάσταση ή τις οποίες οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού παραπέμπουν στην Επιτροπή. Η Towercast επικαλέστηκε επίσης το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 102 ΣΛΕΕ και ζήτησε, όσον αφορά τις μη υπερβαίνουσες τα κατώτατα όρια πράξεις συγκεντρώσεως, τη διεξαγωγή εκ των υστέρων ελέγχου συμβατότητας προς το εν λόγω άρθρο.

Η Autorité de la concurrence (Αρχή Ανταγωνισμού) ενέμεινε, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, στην ανάλυση στην οποία προέβη με την απόφασή της, ιδίως όσον αφορά το περιεχόμενο της νομολογίας που διαμορφώθηκε με την απόφαση Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής, η οποία, κατά την άποψή της, κατέστη άνευ αντικειμένου αφότου θεσπίστηκε ειδικό καθεστώς ελέγχου έχον εφαρμογή στις πράξεις συγκέντρωσης. Η Autorité de la concurrence (Αρχή Ανταγωνισμού) εκτίμησε ότι ο κατά τα ανωτέρω θεσπισθείς μηχανισμός αποκλείει, ως εκ της φύσεώς του, την εκ των υστέρων εξέταση η οποία εφαρμόζεται στις αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικές. Υποστήριξε ότι το άρθρο 3 του κανονισμού (EK) 139/2004 ορίζει τις πράξεις συγκέντρωσης βάσει ενός ουσιαστικού κριτηρίου, χωρίς αναφορά στα κατώτατα όρια του άρθρου 1 του κανονισμού, οπότε το πεδίο εφαρμογής του δεν είναι δυνατό να περιοριστεί στις συγκεντρώσεις με κοινοτική διάσταση, που υπερβαίνουν τα κατώτατα αυτά όρια.

Το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι το άρθρο 102 ΣΛΕΕ είναι διάταξη αμέσου αποτελέσματος, η εφαρμογή της οποίας δεν εξαρτάται από την προηγούμενη έκδοση κανονισμού ρυθμίζοντος τη διαδικασία. Το αιτούν δικαστήριο παρατήρησε, επίσης, ότι η αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 διευκρινίζει ότι «[τ]α άρθρα [101 και 102 ΣΛΕΕ], αν και δυνάμει της νομολογίας του Δικαστηρίου έχουν εφαρμογή σε ορισμένες συγκεντρώσεις, δεν επαρκούν για τον έλεγχο όλων των συγκεντρώσεων που ενδέχεται να αποδειχθούν ασυμβίβαστες με το σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού που επιδιώκει η συνθήκη». Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο διερωτήθηκε αν ο αποκλεισμός τον οποίο προβλέπει το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 έχει εφαρμογή και στις συγκεντρώσεις που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εκ των προτέρων ελέγχου.

Το αιτούν δικαστήριο παρατήρησε ότι, μολονότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Austria Asphalt, C‑248/16, έκρινε ότι ο κανονισμός (ΕΚ) 139/2004 είναι ο μόνος που εφαρμόζεται στις συγκεντρώσεις όπως ορίζονται στο άρθρο του 3, για τις οποίες ο κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 δεν τυγχάνει κατ’ αρχήν εφαρμογής, εντούτοις, το Δικαστήριο δεν διευκρίνισε τις τυχόν εξαιρέσεις από την αρχή αυτή ούτε αποφάνθηκε σχετικά με το αν η ερμηνεία που έγινε δεκτή με την απόφαση Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής, εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής, ιδίως στις πράξεις συγκέντρωσης οι οποίες δεν υπερβαίνουν τα κατώτατα όρια υποχρεωτικού ελέγχου και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ανάλυσης στο πλαίσιο υποχρεωτικού εκ των προτέρων ελέγχου ή αντικείμενο αιτήσεως παραπομπής στην Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 22 του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004.

Το αιτούν δικαστήριο εκτίμησε ότι, ως εκ τούτου, υφίσταται αμφιβολία ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στις τελευταίες αυτές διατάξεις όσον αφορά την «κατ’ αρχήν» αδυναμία αυτοτελούς εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού του πρωτογενούς δικαίου σε μια πράξη η οποία, όπως εν προκειμένω, πρώτον, ενδέχεται να εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004, δεύτερον, δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο προληπτικού ελέγχου ούτε βάσει του δικαίου της Ένωσης ούτε βάσει του εθνικού δικαίου που έχει εφαρμογή στις πράξεις συγκέντρωσης, και, τρίτον, δεδομένου ότι δεν υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του εκ των προτέρων ελέγχου, δεν συνεπάγεται κανένα κίνδυνο σωρευτικής εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) 139/2004 και (ΕΚ) 1/2003 ή αντίφασης η οποία ενδέχεται να προκύψει από διπλή ανάλυση, εκ των προτέρων και εκ των υστέρων.

Το αιτούν δικαστήριο επισήμανε, περαιτέρω, ότι το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 έχει εφαρμοστεί κατά τρόπο ανομοιογενή σε διάφορα κράτη μέλη.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισιού, Γαλλία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004, επιτρέπει σε αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους να εξετάζει, ως συνιστώσα κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης απαγορευόμενη από το άρθρο 102 ΣΛΕΕ, λαμβανομένης υπόψη της διάρθρωσης του ανταγωνισμού σε εθνική αγορά, μια πράξη συγκέντρωσης επιχειρήσεων η οποία δεν έχει κοινοτική διάσταση, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού, δεν υπερβαίνει τα κατώτατα όρια υποχρεωτικού εκ των προτέρων ελέγχου που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο και δεν παραπέμφθηκε στην Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 22 του κανονισμού.

Γίνεται υπόμνηση ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

Πηγή άρθρου