Δευτέρα - Παρασκευή | 10:00 - 21:00 | ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ Κ. ΣΙΝΤΟΡΗΣ ΜΑΡΙΑ Β. ΤΟΓΕΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Γρηγορίου Λαμπράκη 29, Ηγουμενίτσα

Η ανασταλτική λειτουργία της ανακοπής ερημοδικίας ως π

Από τον συνδυασμό των διατάξεων 553 και 554, συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και κατά των ερήμην αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με έφεσή ή με ανακοπή ερημοδικίας, διότι η προθεσμία (που αφετηριάζεται πάντα από την επίδοση) και η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εμποδίζουν την επέλευση της τελεσιδικίας (αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων της ανακοπής και της αναίρεσης). Στο άρθρο 553 ορίζεται ότι αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής (σχετ. ΑΠ 44/05 ΝοΒ 2005.1268). Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποί επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή.

Αναλυτικότερα, η υπ’ αριθμ. 439/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου απεφάνθη πως: «Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 531 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος. Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας, προσβλητή με αναίρεση είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, ως προς τα κεφάλαια που μεταβιβάσθηκαν παραδεκτώς στο εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.Α.Π. 16/1990).»

Έτσι έκρινε και η ΑΠ 548/2025. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 553 παρ.1 εδάφ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 554 ΚΠολΔ, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη των πιο πάνω διατάξεων (553 παρ.1 ΚΠολΔ) η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής ερημοδικίας αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 35/2024, ΑΠ 197/2020, ΑΠ 14/2014, ΑΠ 126/2000). Στην εκεί κρινόμενη περίπτωση το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενο κατά του εκεί αναιρεσείοντος, ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της από 21-5-2001 ιδιόγραφης διαθήκης της ……., που απεβίωσε στις 17-3-2003 και με την οποία η κληρονομουμένη εγκατέστησε μοναδικό της κληρονόμο τον αναιρεσείοντα. Εκδόθηκαν οι α) 2401/19-6-2019 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, αντιμωλία των διαδίκων, που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης και β) 7030/18-12-2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ερήμην εφεσίβλητου, που δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσίαν την έφεση του ηττηθέντος Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την προρρηθείσα 2401/19-6-2019 απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία και δέχθηκε, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της ως άνω διαθήκης για το λόγο ότι δεν γράφηκε και δεν υπογράφηκε από την ίδια την κληρονομουμένη. Κατά της απόφασης αυτής ο ήδη αναιρεσείων άσκησε εμπρόθεσμα (μετά την επίδοση της προσβαλλομένης την 1-4-2021) την με ΓΑΚ …2021 αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 4386/30-8-2022 απόφαση του ίδιου εφετείου. Κατά της τελευταίας και πριν από κάθε επίδοσή της, καθώς και κατά της ερήμην ως άνω απόφασης (7030/18-12-2020), ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη με ΓΑΚ …2022 αίτηση αναίρεσης, της οποίας η συζήτηση επισπεύδεται με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου. Αυτή είναι εμπρόθεσμη τόσο ως προς την απορριπτική της ανακοπής 4386/30-8-2022 απόφαση, όσο και ως προς την ερήμην ως άνω 7030/18-12-2020 απόφαση. Διότι τόσο η προθεσμία προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, όσο και η εκκρεμής δίκη επί της ανακοπής, δεν επιτρέπουν την άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης και επομένως η επίδοσή της την 1-4-2021 προς τον αναιρεσείοντα, δεν κίνησε την προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατ` αυτής, η οποία (προθεσμία) κινείται μόνο με την επίδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης πράγμα που δεν αποδείχθηκε ότι συνέβη στην προκείμενη περίπτωση (ΟλΑΠ 11/98). Ενόψει των προεκτεθέντων η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως ασκηθείσα προ πάσης επίδοσης της απορριπτικής της ανακοπής ερημοδικίας απόφασης είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 564§2, 566§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 §3 ΚΠολΔ).

Παρεμφερώς και η υπ’ αριθμ. 121/2021 ΑΠ, απεφάνθη ότι κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το άρθρο 554 του ίδιου Κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Όσο η δίκη επί της ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης, έστω και αν στο εν λόγω στάδιο επιδοθεί η απόφαση αυτή, αφού δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναίρεσης.

 Συνεπώς, η επίδοση της ερήμην απόφασης κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναίρεσης. Επίσης, ούτε μόνη η έκδοση της απορριπτικής επί της ανακοπής απόφασης του εφετείου κινεί την προθεσμία προς αναίρεση και αυτό γιατί, κατά την αληθή έννοια των πιο πάνω διατάξεων, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 του ΚΠολΔ, για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει και να επιδοθεί η απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση. Η ανάγκη της αναφερόμενης επίδοσης συνάγεται και από την ουσιαστική (εσωτερική) συνάφεια των αποφάσεων αυτών, εξαιτίας της οποίας, αλλά και για λόγους οικονομίας της δίκης, ο νομοθέτης προέβλεψε, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 554 του ΚΠολΔ, τη σύγχρονη άσκηση και συνεκδίκαση της συγχωρούμενης κατ` αυτών αίτησης αναίρεσης. Επιπλέον, με την επίδοση αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός και η παγίδευση του διαδίκου, ο οποίος διαφορετικά θα έπρεπε να επαγρυπνεί για να πληροφορηθεί πότε εκδόθηκε η ερήμην απόφαση, ώστε να μην απωλέσει την προθεσμία αναίρεσης κατ` αυτής.

 Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από την τελική φράση του άρθρου 554 τουΚΠολΔ “εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής”, καθόσον η τελευταία προϋπόθεση αναφέρεται στην περίπτωση που παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής κατά της ερήμην απόφασης και ο διάδικος ασκεί κατ’ αυτής εκπρόθεσμα ανακοπή (ΑΠ 290/2020, ΑΠ 197/2020).

Κατ’ άλλη άποψη, αν δεν επιδοθεί η εφετειακή απόφαση, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, η προθεσμία αναιρέσεως, τόσον κατ’ αυτής όσον και, για την ταυτότητα του δικονομικού λόγου, κατά της ερήμην πρωτόδικης απόφασης, είναι η διετής καταχρηστική του άρθρου 564 ΚΠολΔ (181/2023 ΑΠ, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. Δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου