Η ανάλωση του δικαστικού ενσήμου

Η ανάλωση του δικαστικού ενσήμου προϋποθέτει δικαστική εκτίμηση για την ουσία της διαφοράς. Συνεπώς, δεν αναλώνεται το δικαστικό ένσημο που καταβλήθηκε, αν έλαβε χώρα παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και επανάσκησή της ή αν η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη ή απαράδεκτη (βλ. ΑΠ 273/1985 ΑρχΝ 36.594, ΕφΠειρ 537/2006 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 680/1990 ΑρχΝ 1992.348, ΕφΠειρ 364/1986 ΕλλΔνη 27.708, ΕφΑθ 7044/1995 ΑρχΝ 1996.149).

Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 32/2019 απόφασής του (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) τα κάτωθι: «Όπως ήδη εκτίθεται στο ιστορικό της αγωγής αυτή η ενάγουσα – εκκαλούσα – εφεσίβλητη στρεφόμενη και πάλι κατά της τώρα εναγόμενης – εφεσίβλητης – εκκαλούσας εταιρείας, είχε προηγουμένως ασκήσει την από 1.12.2005 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης …../2005 παρόμοιου περιεχομένου αγωγή της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει, για την ίδια αιτία, το ποσό των 202.300 ευρώ […]. Επί της αμέσως προηγούμενης αγωγής εκδόθηκε, αρχικά, η με αριθμό 43/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών […]. Από το περιεχόμενο της οικείας απόφασης προκύπτει ότι, για το παραδεκτό της συζήτησής της, η ενάγουσα και τώρα εκκαλούσα – εφεσίβλητη είχε καταβάλει το απαιτούμενο για το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις, παραθέτοντας το σχετικώς προσκομισθέν υπ’ αριθμ. 27574/2006 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. …… Αθηνών, την υπ’ αριθμ. …../2006 απόδειξη του Τ.Ν. και το υπ’ αριθμ. 6841/2006 γραμμάτιο είσπραξης του Τ.Π.Δ.Α. […]. Κατ’ έφεση της υπ’ αριθμ. 43/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, εκδόθηκε η με αριθμό 7848/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που, αφού δέχτηκε τυπικά και εν μέρει στην ουσία της την ασκηθείσα έφεση, εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 43/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δικάζοντας την υπόθεση δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 70.000 ευρώ […]. Εν συνεχεία, επί ασκηθείσας κατά της τελευταίας απόφασης αναίρεσης, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 361/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κατ’ εκτίμηση σχετικού λόγου της ασκηθείσας αναίρεσης (παρά το νόμο μη κήρυξης ως απαράδεκτης της αγωγής λόγω επιγενόμενης αοριστίας) αναίρεσε την υπ’ αριθμ. 7848/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2193/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε ότι η αγωγή ήταν απαράδεκτη ως αόριστη και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα με αριθμό 43/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε επί της από 1.12.2005 αγωγής, απορρίπτοντάς την. Ενόψει δε των ανωτέρω, παρά το γεγονός ότι το ως άνω τέλος δικαστικού ενσήμου είχε καταβληθεί στα πλαίσια της εκδίκασης της προηγουμένως ασκηθείσας, ομοίου περιεχομένου αγωγής, νομίμως λαμβάνεται υπόψη και στην δίκη που αφορά την προπαρατεθείσα (από 16.6.2014) αγωγή, αφού, ως αναγόμενο στη φορολογία του αντικειμένου της δίκης, κατόπιν της απόρριψης της προγενέστερης αγωγής ως αόριστης και συνεπώς ως τυπικά απαράδεκτης, θεωρείται ότι το παραπάνω καταβληθέν δικαστικό ένσημο δεν αναλώθηκε, έτσι ώστε να μην απαιτείται εκ νέου καταβολή του για τη συζήτηση της συγκεκριμένης αγωγής, με την οποία επανεγείρεται προηγούμενη αόριστη αγωγή. Ορθώς δε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε παραδεκτή την συζήτηση της προκείμενης (με ημερομηνία 16.6.2014) αγωγής αν και με πιο συνεπτηγμένη αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ).».

 

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

Πηγή άρθρου