Έξοδα εκτέλεσης πίνακα κατάταξης (έννοια, περιεχόμενο

Κατά το άρθρο 975 ΚΠολΔ «η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται με την εξής σειρά. Αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτελέσεως, που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού κατατάσσονται…». Οπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ «αφαιρέσεως» των εξόδων και κατατάξεως των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριασμού που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, ότι τα έξοδα αυτά δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων, ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών και προσδιορίζονται με τον πίνακα κατατάξεως ή με ιδιαίτερη πράξη, όπου ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος πρέπει να δικαιολογήσει τα σχετικά κονδύλια για να αφαιρέσει αυτά από τον πλειστηριασμό. Η σχετική εκκαθαριστική πράξη των εξόδων, αν και εξώδικη, αποτελεί διανομή πλειστηριάσματος και προσβάλλεται με την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ (ΑΠ 627/94, ΑΠ 1783/97 Δ 30. 1169, ΑΠ 142/04 Δνη 45.1037, ΑΠ 280/04 Δνη 46. 429). Η αφαίρεση των εξόδων γίνεται με βάση τα έγγραφα και τις αποδείξεις, που κατατίθενται από το δικαιούχο αυτών και βρίσκονται στο φάκελο του πλειστηριασμού. Ως έξοδα εκτέλεσης νοούνται όλες οι δαπάνες, που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της, δηλαδή ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και των προπαρασκευαστικών πράξεων της εκτέλεσης και των εν συνεχεία πράξεων, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται πρωταρχικά τα έξοδα και δικαιώματα για τη λήψη απογράφου, σύνταξη αντιγράφου αυτού και επιταγής προς πληρωμή. Αντίθετα δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών (ΑΠ 300/2013 ΝοΒ 2013.1577, ΑΠ 60/2011 Δνη 2011.772, ΑΠ 1359/1998 Δνη 40.307, ΑΠ 1783/1998 ΔΙΚΗ 30.1169), όπως π.χ. είναι τα έξοδα για τη δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως, για την απόκτηση του εκτελεστού τίτλου, με τον οποίο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 1630/2008 ΕΦΑΔ 2009.349, ΑΠ 1359/1998 ΔΝΗ 40.307, ΕφΔωδ 191/2009 “ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ”), ούτε επίσης, όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντας, όπως είναι τα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου προθεσμίας ή λόγω ακυρότητας των πράξεων (ΑΠ 300/2013 ΝοΒ 2013.1577, ΑΠ 60/2011 ΔΝΗ 2011.772, ΑΠ 1359/1998 ΔΝΗ 40.307). Ενδεικτικά δε, ως έξοδα εκτέλεσης κατά πάγια άποψη θεωρίας και νομολογίας, συγκαταλέγονται τα έξοδα λήψης απογράφου (τέλη απογράφου), αντιγράφου αυτού (ένσημα έκδοσής του), τα αντιγραφικά δικαιώματα δικηγόρου, έκδοσης και κοινοποίησης επιταγής, των αναγκαίων πιστοποιήσεων της τελεσιδικίας, κατάσχεσης, εγγραφής αυτής στα βιβλία κατασχέσεων, μεσεγγύησης, σύνταξης και κοινοποίησης κατασχετήριας έκθεσης, φύλαξης, κηρυκείων, επίθεσης σφραγίδων, απογράφων, πρόσληψης μαρτύρων, εκτιμητών, δικαστικού επιμελητή, έκθεσης πλειστηριασμού, κατακυρωτικής έκθεσης, δικαιωμάτων υπαλλήλου του πλειστηριασμού, πώλησης κατασχεθέντων, πίνακα κατάταξης (Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ τ. Ε` σελ. 359, Γιδόπουλος, Εκτέλεσις παρ. 92, Κιτσικόπουλος, 7678 αρ. 2, Μπρίνιας, ΑναγκΕκτελ εκδ. β` παρ. 146, Γέσιου – Φαλτσή – Φραγκίστα, ΑναγκΕκτελ τ. 1.177).  Βάσει των ανωτέρω, έξοδα εκτέλεσης που προαφαιρούνται νοούνται εκείνα τα οποία ενεργούνται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνάπτονται με αυτή, δηλαδή από την έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας έως και την περάτωση αυτής, ήτοι μέχρι και τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (934 §. 2 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με  την με αριθμό 100692/2009 κ.υ.α ορίζονται οι αμοιβές των συμβολαιογράφων και συγκεκριμένα ορίζεται ότι η αμοιβή του συμβολαιογράφου  για σύνταξη του πίνακα κατάταξης κυμαίνεται από 10 έως 60 ευρώ, ενώ για τις λοιπές πράξεις του συμβολαιογράφου πλην των αναφερόμενων στα άρθρα 2, 3 η πάγια αμοιβή του ανέρχεται μόλις στο ποσό των 20 ευρώ. Εύκολα αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι είναι αξιοπερίεργο να προβλέπεται ελάχιστο και ανώτατο όριο αμοιβής, ειδικά με τον τρόπο που διαμορφώνεται εν προκειμένω, που προσκρούει στην αντίληψη του μέσου συνετού κοινωνικού ανθρώπου, καθώς οι αναφερόμενες αμοιβές στην εν λόγω κ.υ.α. διαμορφώνονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη λαμβάνεται υπόψη η επιστημονική εργασία, ο χρόνος που καταναλώθηκε, η πολυπλοκότητα της σύνταξης του πίνακα κατάταξης που θεωρείται ούτως ή αλλιώς δεδομένη, καθώς απαιτεί συνδυαστική εφαρμογή διατάξεων του ΚΠολΔ, ερμηνεία δυσχερών ζητημάτων που έχουν απασχολήσει και τη Νομολογία και ακρίβεια, προκειμένου να καταταγούν ορθώς οι αναγγελθέντες δανειστές. Συνεπώς, η σύνδεση του ύψους της αμοιβής με τα ανωτέρω κριτήρια κρίνεται επιβεβλημένη, δεδομένου ότι η εν λόγω κ.υ.α δε διαλαμβάνει μείζονα ζητήματα, με αποτέλεσμα να οδηγείται στο άτοπο να προβλέπει μόλις το ποσό των 60 ευρώ για τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης, για δε κάθε άλλη πράξη μόλις το ποσό των 20 ευρώ ως πάγιο δικαίωμα! Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να πει κανείς πως κρίνεται σκόπιμο η αμοιβή των συμβολαιογράφων να δύναται να αυξηθεί και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία, το είδος και τη φύση της υπόθεσης, τον χρόνο που απαιτήθηκε, τη σπουδαιότητα των ειδικών περιστάσεων και κάθε είδος ενεργειών, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 58 παρ. 5 του ν. 4194/2013. Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Βάσει του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος πρέπει να μην παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, ούτε να ξεπερνώνται τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας (ΑΠ 211/2017 ΤΝΠ-Νόμος). Καθίσταται πλέον φανερό, ότι οι αμοιβές των συμβολαιογράφων καθορίζονται με τον συγκεκριμένο τρόπο μη λαμβάνοντας υπόψη τον κόπο, την επιστημονική εργασία, την πολυπλοκότητα της σύνταξης του πίνακα κατάταξης, τη θεσμική λειτουργία του συμβολαιογράφου που ο ίδιος ο νόμος επιβάλλει αλλά και την ανάγκη βιοπορισμού του ασκούντος καθήκοντα συμβολαιογράφου. Συνεπώς, η Πολιτεία με το ανωτέρω πλαίσιο αμοιβών δεν καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στη λειτουργία του συμβολαιογράφου ως αμίσθου δημοσίου λειτουργού και την παροχή αμοιβής – αποζημίωσης για την παροχή των εκ του νόμου προβλεπόμενων υπηρεσιών ικανής για την αξιοπρεπή διαβίωσή του κατ’ αντιστοιχία του θεσμικού του ρόλου. Άλλωστε, σύνηθες είναι  ο συμβολαιογράφος  να προβαίνει σε παροχή υπηρεσιών που δεν αποτελούν παροχή συμβουλών ή οδηγιών που δίνει στα πλαίσια των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων του, για τις οποίες δεν καθορίζεται στις ανωτέρω οικείες διατάξεις συγκεκριμένη αμοιβή, και οι οποίες προκειμένου να διεκπεραιωθούν από τον συμβολαιογράφο προσηκόντως και επιτυχώς συνεπάγονται κόστος και χρόνο για αυτόν, που μόνον μέσω του καθορισμού μεγαλύτερης αμοιβής είτε βάσει συγκεκριμένου ποσού είτε ανά ώρα απασχόλησης δύναται να καλυφθεί, καθώς δεν προβλέπεται από το νόμο για αυτές νόμιμη αμοιβή πάγια ή αναλογική.

Χριστίνα Γεωργούλα, ασκούμενη δικηγόρος

[email protected]

 

Πηγή άρθρου