Ευρωπαϊκό κληρονομητήριο – Κανονισμός 650/2012

Ο θεσμός του Ευρωπαϊκού Κληρονομητηρίου (ΕΚ) καθιερώθηκε με το Κεφάλαιο VI (αρ. 62-73) του Κανονισμού (ΕΕ) 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, «σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημοσίων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου». Πρόκειται για διαδικασία πιστοποίησης κληρονομικής υπόθεσης με διασυνοριακές επιπτώσεις και εφαρμόζεται σε κληρονομικές υποθέσεις, στις οποίες ο θάνατος του κληρονομούμενου επήλθε από τις 17.08.2015 και εντεύθεν, σύμφωνα με το άρθ. 84 του Κανονισμού 650/2012.

Η διαδικασία βασίζεται κατά κανόνα σε προδιατυπωμένα έγγραφα που περιέχονται στον εκτελεστικό Κανονισμό ΕΕ 1329/2014 «για τη σύνταξη των εντύπων που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου», διαθέσιμα σε όλες τις γλώσσες της Ε.Ε.. Η αίτηση εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου κράτους-μέλους που έχει διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθεί της διασυνοριακής κληρονομικής υπόθεσης, το δε συγκεκριμένο Δικαστήριο που θα επιληφθεί ρυθμίζεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του εκάστοτε κράτους-μέλους, τα Δικαστήρια του οποίου έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Για την υποβολή αίτησης έκδοσης ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου, κατά την έννοια του άρθ. 65 παρ. 2 του Κανονισμού 650/2012, η χρήση του εντύπου IV, που παρατίθεται στο Παράρτημα 4 του εκτελεστικού Κανονισμού 1329/2014, είναι προαιρετική. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί αντί του ανωτέρω τυποποιημένου εντύπου να καταθέσει σχετικό δικόγραφο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους – μέλους της υποβολής του αιτήματος, τούτο, δε, σε αντίθεση με την εκδούσα αρχή, η οποία, σύμφωνα με το άρθ. 67 παρ. 1 του Κανονισμού 650/2012, υποχρεούται να χρησιμοποιήσει το τυποποιημένο έντυπο V, που προβλέπεται στο Παράρτημα 5 του εκτελεστικού Κανονισμού 1329/2014, προκειμένου να εκδώσει το κληρονομητήριο. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι επιδίωξη του νομοθέτη ήταν η ομοιομορφία ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο του κληρονομητηρίου και όχι η ομοιομορφία κατά το στάδιο υποβολής της σχετικής αίτησης[1].

Κατά τη διάταξη του άρθρου 78 παρ. 1 – γ του Κανονισμού, η Ελλάδα γνωστοποίησε ότι αρμόδια αρχή έκδοσης ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου είναι το Ειρηνοδικείο, το οποίο επιλαμβάνεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για το εθνικό κληρονομητήριο, εκδίδεται απόφαση και όχι διάταξη[2]. Πέραν, όμως, της δικαστικής απόφασης, ο Ειρηνοδίκης συμπληρώνει και εκδίδει το πιστοποιητικό του ΕΚ, κάνοντας χρήση του προδιατυπωμένου εντύπου V του Παραρτήματος 5 του Καν. ΕΕ 1329/2014, που τιτλοφορείται «Ευρωπαϊκό κληρονομητήριο» και το πρωτότυπο του οποίου φυλάσσεται από το Δικαστήριο, το οποίο και παραδίδει αντίγραφά του εξάμηνης διάρκειας[3].

Η διεθνής δικαιοδοσία είναι συνάρτηση του άρθ. 64 του Κανονισμού 650/2012 και, κατά παραπομπή, των άρθ. 4, 7, 10 ή 11 του αυτού ως άνω Κανονισμού. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθ. 4 του Κανονισμού 650/2012, «τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο ο θανών είχε τη συνήθη διαμονή του κατά το χρόνο του θανάτου έχουν διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση κληρονομικής διαδοχής στο σύνολό της». Η κατά τόπον αρμοδιότητα αποκρυσταλλώνεται στο ημεδαπό δικονομικό δίκαιο, και δη στα άρθ. 810 και 819 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο να είναι το Ειρηνοδικείο του τελευταίου τόπου συνήθους διαμονής του κληρονομούμενου. Κατόπιν τούτων, αν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία ή διαμονή του στην Ελλάδα, αρμόδιο για τη χορήγηση του ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου είναι το Ειρηνοδικείο του τόπου της κατοικίας ή διαμονής του.

Η διασυνοριακή φύση της κληρονομικής υπόθεσης προκύπτει στο άρθ. 62 παρ. 1 του Κανονισμού 650/2012, κατά το οποίο διασυνοριακή είναι η διαδοχή όταν το ευρωπαϊκό κληρονομητήριο εκδίδεται προς χρήση σε άλλο κράτος από το κράτος έκδοσής του. Για τον λόγο αυτό, είναι υποχρεωτικός ο προσδιορισμός του εννόμου συμφέροντος για την υποβολή της αίτησης, το οποίο συντρέχει όταν το κληρονομητήριο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί (και) σε άλλο κράτος – μέλος. Συνεπώς, ο αιτών θα πρέπει να αναφέρει τα κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία στην αλλοδαπή, είτε αυτά αφορούν σε λογαριασμούς, καταθέσεις κ.ο.κ., είτε σε εμπράγματα δικαιώματα επί κινητών και ακινήτων[4].

Περαιτέρω, το εφαρμοστέο δίκαιο κρίνεται κατά τα άρθ. 20 επόμ. του Κανονισμού 650/2012, τα οποία, ως υπέρτερης ισχύος, κατισχύουν του εθνικού δικαίου (άρθρου 28 ΑΚ). Έτσι, με βάση το άρθ. 21 παρ. 1 του Κανονισμού, ορίζεται ως εφαρμοστέο δίκαιο για το σύνολο της κληρονομιάς, ελλείψει εφαρμογής της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου ή της επιλογής εφαρμοστέου δικαίου κατ’ άρθ. 22, το δίκαιο του κράτους στο οποίο ο θανών είχε τη συνήθη διαμονή του κατά τον χρόνο του θανάτου του, τούτο, δε, ανεξάρτητα αν πρόκειται για δίκαιο κράτους – μέλους ή τρίτου κράτους.

Εξάλλου, κατά την εν λόγω διαδικασία δεν δίδεται δυνατότητα έκδοσης ατομικού ή μερικού ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου, ήτοι κληρονομητηρίου που να αναγράφει μόνο την κληρονομική μερίδα του αιτούντος, δεδομένου ότι από το άρθ. 68 στοιχ. ι-ιε του Κανονισμού 650/2012, προκύπτει ότι επιλογή του νομοθέτη ήταν το ευρωπαϊκό κληρονομητήριο να είναι πάντοτε κοινό, δηλαδή να αναγράφονται οι κληρονομικές μερίδες και τα δικαιώματα όλων των δικαιούχων, ακόμα κι αν ο αιτών είναι μόνο ένας εξ αυτών[5]. Εξαιτίας, δε, αυτής της καθολικότητας του ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου, στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να διαγνώσει το σύνολο της διαδοχής του κληρονομούμενου, ανεξαρτήτως αριθμού και κληρονομικής ιδιότητας των αιτούντων, προκειμένου έτσι να πιστοποιήσει την κληρονομική διαδοχή σε μία και ενιαία διαδικασία, γίνεται δεκτό ότι δεν είναι υποχρεωτική η ανάρτηση της αίτησης επί δεκαήμερο σε ειδικό, προς τούτο, χώρο του Ειρηνοδικείου, όπως απαιτείται για την έκδοση εθνικού κληρονομητηρίου, κατά παρέκκλιση από το άρθ. 819 ΚΠολΔ[6].

Τέλος, σύμφωνα με το άρθ. 68 του Κανονισμού, το ευρωπαϊκό κληρονομήτηριο, πέραν της κληρονομικής μερίδας κάθε κληρονόμου, πρέπει να περιέχει και αναλυτική απαρίθμηση των δικαιωμάτων ή/και περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς για κάθε συγκεκριμένο κληρονόμο, τούτο όμως μόνο αν υπάρχει διαδοχή εκ διαθήκης η οποία περιέχει διατάξεις περί εγκαταστάσεως επί δήλου ή κληροδοσίας ή καταπιστεύματος, όχι δε και στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, όπως άλλωστε ισχύει και για το εθνικό κληρονομητήριο[7].

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

[email protected]

[1] βλ. 17.1.2019 ΔΕΚ C-102/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Δ. Σταματιάδη, Ευρωπαϊκό Κληρονομητήριο σε X. Παμπούκη, Διεθνές Κληρονομικό Δίκαιο, Κατ’ άρθρο ερμηνεία του Κανονισμού, Νομική Βιβλιοθήκη, 2016, σημ. 40, σελ. 594.

[2] βλ. Β. Φούρκας, Η παροχή ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου από τα ελληνικά δικαστήρια, ΕΠολΔ 2017/110 επ., σελ. 126.

[3] βλ. Γεώργιο Δελή, Ειρηνοδίκη Αθηνών, Εισήγηση στην επιμορφωτική ημερίδα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων για τους νέους Ειρηνοδίκες της 24ης Νοεμβρίου 2018, με θέμα: «Διαδικασίες ευρωπαϊκού δικαίου στο Ειρηνοδικείο, ιδίως η Ευρωπαϊκή Διαδικασία Μικροδιαφορών και το Ευρωπαϊκό Κληρονομητήριο».

[4] βλ. Γ. Δελή, ό.π..

[5] βλ. Ε. Ποδηματά, Το ευρωπαϊκό κληρονομητήριο κατά τον Κανονισμό (ΕΕ) 650/2012, Αρμ 2014/424, σελ. 436.

[6] βλ. Φούρκα, ό.π., σελ. 124-125.

[7] βλ. Γ. Δελή, ό.π., ΜΠρΑθ 1011/2015 ΠειρΝομ 2015/226, με παραπομπές σε θεωρία, ΕιρΚω 93/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

Πηγή άρθρου