Ερμηνεία της βούλησης του εντολέα και σχέση εσωτερικής

Η υπ’ αριθμ. 213/1965 απόφαση του Αρείου Πάγου αποτελεί σημείο σταθμό για την προβληματική γύρω από την κατάχρηση της πληρεξουσιότητα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση γίνονται δεκτά τα παρακάτω: «Εκ των συνδυασμένων άρθρων 200, 216, 218, 223, 281 ΑΚ προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος οφείλει να κάμη χρήσιν της πληρεξουσιότητός του συμφώνως προς την καλήν πίστιν και τα χρηστά ήθη, ότι και η πληρεξουσιότης ως δικαίωμα υπόκειται εις την γενικήν απαγόρευσιν της καταχρηστικής ασκήσεως του άρθρ. 281 Α.Κ. υφισταμένης καταχρηστικής ασκήσεως, όταν αι επιχειρηθείσαι υπό του αντιπροσώπου πράξεις εμπίπτουσι μεν εντός των ορίων της δοθείσης πληρεξουσιότητος, αλλ’ είναι προφανώς αντίθεται προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή τον σκοπό δι’  όν εδόθη η πληρεξουσιότης, ώστε να προκύπτη ότι ουδέποτε θα επεχείρει την πράξιν ο αντιπροσωπευόμενος, την τοιαύτην δ’ αντίθεσιν προς το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και τον σκοπό της πληρεξουσιότητος εγνώριζεν ή ώφειλεν να γνωρίζη ο μεθ’ ου συνάλλάγη ο πληρεξούσιος τρίτος». Κατά τη μείζονα λοιπόν πρόταση της ΑΠ 213/1965, την οποία ακολουθεί έκτοτε σύσσωμη σχεδόν η ελληνική θεωρία και νομολογία, μια κατά παράβαση της εσωτερικής σχέσης επιχειρούμενη δικαιοπραξία που κινείται εντός των ερμηνευτικώς προσδιοριζόμενων ορίων της πληρεξουσιότητας δεν δεσμεύει (κατ’ εξαίρεση) τον κύριο της υπόθεσης, εφόσον ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την παραβατική της εν λόγω σχέσης συμπεριφορά του αντιπροσώπου.

Η πληρεξουσιότητα λοιπόν, όπως και όλες οι δηλώσεις βούλησης, χρήζει πάντοτε ερμηνείας. Το νομικά κρίσιμο νόημά της, το οποίο θα πρέπει να αναζητηθεί ερμηνευτικώς, όπως άλλωστε και η ακολουθητέα μέθοδος ερμηνείας προσδιορίζονται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Το εμπνεόμενο από την αρχή της αυτονομίας της βούλησης άρθρο 173 ΑΚ ορίζει ότι «Κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις», ενώ το εμφορούμενο από την αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών  άρθρο 200 ΑΚ ότι «οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψιν και τα συναλλακτικά ήθη».

Η εσωτερική πληρεξουσιότητα είναι μια μονομερής, απευθυντέα προς τον πληρεξούσιο δικαιοπραξία. Με αυτήν χορηγείται στον αντιπρόσωπο η εξουσία που είναι απαραίτητη, προκειμένου οι δικαιοπραξίες που συνάπτει να δεσμεύουν άμεσα τον αντιπροσωπευόμενο έναντι των τρίτων. Η λειτουργία αυτή της εσωτερικής πληρεξουσιότητας δεν συνδέεται κατ’ ανάγκη με ορισμένη διαμόρφωση του περιεχομένου της. Ο κύριος της υπόθεσης είναι ελεύθερος να επιλέξει τη διατύπωση εκείνη που κατά την κρίση του αποτυπώνει καλύτερα τη βούλησή του.

Η δικαιοπραξία λοιπόν της εσωτερικής πληρεξουσιότητας είναι δυνατόν να περιλαμβάνει τόσο εξαντλητικές ρυθμίσεις των παραμέτρων που θα πρέπει να λάβει υπόψη του ο αντιπρόσωπος, πριν συναλλαγεί με τους τρίτους, ώστε τα καταλειπόμενα περιθώρια αμφιβολιών αναφορικά με το εύρος της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας να είναι πολύ μικρά, ενδεχομένως και ελάχιστα. Δεν αποκλείεται, επίσης, ο αντιπροσωπευόμενος να ορίζει ρητά στη σχετική δήλωσή του ότι o αντιπρόσωπός του οφείλει να ενεργήσει σύμφωνα με όσα προβλέπει η εσωτερική σχέση που τους συνδέει. Συχνά ωστόσο απαντάται στην πράξη και η περίπτωση που ο αντιπροσωπεμόμενος χορηγεί την πληρεξουσιότητα χωρίς να ορίζει τίποτα περαιτέρω.

Αφετηρία της ερμηνευτικής προσέγγισης που θα πρέπει να επιχειρήσει ο αντιπρόσωπος, προκειμένου να προσδιορίσει την ακριβή έκταση της πληρεξουσιότητας, αποτελεί σε κάθε περίπτωση το γράμμα της σχετικής δήλωσης βούλησης (με εξαίρεση αυτονόητα τις περιπτώσεις της σιωπηρής χορήγησής της). Και αυτό γιατί το γράμμα, ως σημείο ενδεικτικό του νοήματος της εσωτερικής πληρεξουσιότητας, παρέχει μια σταθερή βάση, η οποία διευκολύνει την ερμηνευτική διαδικασία που τείνει, μέσω της εξακρίβωσης του γραμματικού νοήματος, στη διάγνωση του αληθινού νοήματος της δήλωσης βούλησης με την οποία χορηγείται η εξουσία προς αντιπροσώπευση.

Οι πληροφορίες βέβαια που ο πληρεξούσιος μπορεί να συλλέξει από μόνη τη διατύπωση της εσωτερικής πληρεξουσιότητας είναι σαφές ότι ποικίλουν ανάλογα με τις επιλεγείσες κάθε φορά εκφράσεις. Έτσι στις δύο πρώτες περιπτώσεις ο αντιπρόσωπος εμφανίζεται να γνωρίζει πληρέστερα το πλαίσιο μέσα στο οποίο «δύναται» να κινηθεί, ενώ αντίθετα στην τρίτη φαίνεται, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, να υπάρχει μια ασάφεια, μια αοριστία. Τυχόν ωστόσο συμπέρασμα ότι ο πληρεξούσιος στις μεν δύο πρώτες περιπτώσεις είναι υποχρεωμένος να τηρήσει τους τεθέντες ή προκύπτοντες είτε από την ίδια τη δικαιοπραξία της εσωτερικής πληρεξουσιότητας, είτε εμμέσως από την εσωτερική σχέση περιορισμούς, ενώ αντίθετα στην τρίτη απολαμβάνει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, κινείται σε λάθος κατεύθυνση.

Το νόημα λοιπόν της δήλωσης βούλησης της εσωτερικής πληρεξουσιότητας μπορεί, εν τέλει, να αποκαλυφθεί μόνο εάν ληφθούν υπόψη και οι λοιπές περιστάσεις που συνοδεύουν τη χορήγησή της, τα συμφέροντα των μερών και οι παραστάσεις τους. Το γράμμα της πληρεξουσιότητας είναι μόνο η αφετηρία, όχι όμως και η κατάληξη της ερμηνείας. Όχι μόνο είναι νοητή, αλλά επιπλέον επιτρέπεται και αναγνωρίζεται από το νόμο η δυνατότητα το αληθινή νόημα – έκταση της πληρεξουσιότητας να είναι τελείως διαφορετική από αυτήν που εκ πρώτης όψεως αφήνει να συναχθεί η λεκτική διατύπωση. Η ίδια άλλωστε η διάταξη της ΑΚ 173 επιτάσσει κατά την ερμηνεία μίας δήλωσης βούλησης να μην προσκολλάται κανείς στις χρησιμοποιηθείσες λέξεις αλλά να αναζητά το αληθινό νόημά της.

Ο αντιπρόσωπος λοιπόν, προκειμένου να προσδιορίσει την ακριβή έκταση της εσωτερικής πληρεξουσιότητας, είναι υποχρεωμένος να αξιολογήσει όχι μόνο το γράμμα της πληρεξουσιότητας, αλλά και όλες τις περιστάσεις που συνοδεύουν τη χορήγησή της – όχι μόνο αυτές που γνώριζε, αλλά και αυτές που όφειλε να γνωρίζει – και οι οποίες είναι σε θέση να αποκαλύψουν τη βούληση του κυρίου της υπόθεσης. Σε αυτές ανήκουν για παράδειγμα η συμπεριφορά του κυρίου της υπόθεσης κατά τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας, οι διαπραγματεύσεις, οι τυχόν προηγούμενες συναλλακτικές ή άλλες σχέσεις τους, ο συνήθης τρόπος ενέργειας του αντιπροσωπευομένου, οι γλωσσικές του συνήθειες, η περιουσιακή του κατάσταση, η επαγγελματική του ιδιότητα, οι οδηγίες που απευθύνει, οι ειδικές γνώσεις που έχει ο ίδιος ο αντιπρόσωπος, ο χρόνος και o τόπος που του απευθύνεται η σχετική δήλωση, ο σκοπός για την εξυπηρέτηση του οποίου χορηγείται η πληρεξουσιότητα [1].

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] Το παρόν αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του κ. Ευάγγελου Πουρνάρα, «Η κατάχρηση της πληρεξουσιότητας – Μια συμβολή στην ερμηνεία των άρθρων 211 επ. ΑΚ», Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, σελ 101-104, 110 – 114

Πηγή άρθρου