Δευτέρα - Παρασκευή | 10:00 - 21:00 | ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ Κ. ΣΙΝΤΟΡΗΣ ΜΑΡΙΑ Β. ΤΟΓΕΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Γρηγορίου Λαμπράκη 29, Ηγουμενίτσα

Επικοινωνία γονέα που δεν διαμένει με το τέκνο – αποκλεισ

Σύμφωνα με το νέο άρθρο 1520 ΑΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του v. 4800/2021, προβλέπεται ότι ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της, κατά το δυνατό, ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο οφείλει να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου με τον άλλο γονέα σε τακτή χρονική βάση. Με την ως άνω ρύθμιση δηλώνεται πανηγυρικά ότι η επικοινωνία συνιστά δικαίωμα και παράλληλα υποχρέωση του δικαιούχου γονέα. Η ως άνω αναφορά του νόμου σε υποχρέωση ερμηνεύεται ως αναγνώριση του λειτουργικού χαρακτήρα του δικαιώματος της επικοινωνίας και έχει συμβολικό και κατευθυντήριο ρόλο για τους γονείς και δεν εισάγει αγώγιμη αξίωση για εξαναγκασμό του γονέα σε επικοινωνία (E. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, 9η έκδ., 2024, σ. 792, Απ. Γεωργιάδης, Οικογενειακό Δίκαιο, 3η έκδ. , 2022, § 31, αρ. περ. 27, σ. 681, Κ. Φουντεδάκη, Το δίκαιο των σχέσεων γονέων και παιδιών – Οι αλλαγές που επέφερε στον ΑΚ o N. 4800/2021, 2021, σ. 84-85, ΜΠρΘεσ 317/2022, ΜΠρΘεσ 1939/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Για την εφαρμογή του άρθρου 1520 ΑΚ σημασία έχει μόνο το γεγονός ότι ο γονέας μένει χωριστά από το τέκνο ανεξάρτητα από το αν ασκεί από κοινού με τον άλλο γονέα την επιμέλεια (βλ. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π, σ. 779-780, Γ, Λέκκας, Η επιμέλεια του παιδιού κατά τον ΑΚ μετά το 4800/2021, 2021, σ, 264, σ, 264, ΜΕφΛαρ 446/2021 ΤΝΠ Ισοκράτης). Επίσης προβλέπεται ως ειδική υποχρέωση του γονέα με τον οποίο διαμένει το τέκνο η διευκόλυνση και η προώθηση της επικοινωνίας του τέκνου με τον άλλο γονέα, η οποία νοείται ως η εμφύσηση στο παιδί καλών αισθημάτων για τον άλλο γονέα και η καλή συνεργασία προκειμένου να καθοριστούν οι πρακτικές λεπτομέρειες της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας (βλ. Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, όπ. σ. 781).

 Ακολούθως, σύμφωνα με το 1520 εδ. δ’ ΑΚ «Αποκλεισμός ή περιορισμός της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίον δεν διαμένει το τέκνο, κριθεί ακατάλληλος να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας. Για τη διαπίστωση της ακαταλληλότητας του γονέα το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως την εκπόνηση εμπεριστατωμένης έκθεσης κοινωνικών λειτουργών ή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων». Το Δικαστήριο μπορεί, συνεπώς, με την απόφασή του να επιβάλει, εφόσον είναι αναγκαίο για την προστασία του συμφέροντος του τέκνου, περιορισμούς στην άσκηση της επικοινωνίας, οι οποίοι μπορούν να αναφέρονται στον τόπο και τον χρόνο της επικοινωνίας (συντομότερη διάρκεια επίσκεψης ή αραιότερα διαστήματα συνάντησης), την παρουσία τρίτων προσώπων κατά τη διάρκειά της ή ακόμη να συνίστανται στη λήψη μέτρων που διαμορφώνουν την επικοινωνία με ιδιαίτερο τρόπο (μόνο τηλεφωνική επικοινωνία), λόγω ειδικών περιστάσεων (ΑΠ 156/2023, ΑΠ 1023/2020, ΑΠ 1286/2018, ΑΠ 58/2017 ΤΝΓΙ ΝΟΜΟΣ), ενώ σε περιπτώσεις (ενδείξεις σεξουαλικής παρενόχλησης των ανηλίκων τέκνων, ιατρικά διαγνωσμένη διαταραγμένη προσωπικότητα του αιτούντος τη ρύθμιση επικοινωνίας), μπορεί να αποκλεισθεί ακόμη και η επικοινωνία του γονέα με το τέκνο του. Ο αποκλεισμός της επικοινωνίας θα επιβάλλεται κατά βάση, όταν από την πραγματοποίηση της επικοινωνίας απειλείται για το παιδί σημαντικός κίνδυνος, προς αποτροπή του οποίου δεν αρκούν άλλες ηπιότερες λύσεις (π.χ. πατέρας που καταδικάστηκε αμετάκλητα για βιασμό ανηλίκου ή ασκήθηκε κατ’ αυτού ποινική δίωξη για ασελγείς πράξεις σε βάρος του τέκνου του). Για τη διαπίστωση της  ακαταλληλότητας του γονέα το δικαστήριο μπορεί (χωρίς να είναι υποχρεωμένο) να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως την εκπόνηση εμπεριστατωμένης έκθεσης κοινωνικών λειτουργών ή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων και κρίνεται πάντοτε σε σχέση και με την επίδρασή τους που διαπιστώνεται στο συγκεκριμένο παιδί (Ε. Κουνουγέρη -Μανωλεδάκη, ο.π., σ. 787-788). Σε αυτήν την περίπτωση και σε κάθε άλλη όπου είναι φανερό ότι η επικοινωνία θα έβλαπτε την (ψυχική ιδίως) υγεία του ανηλίκου, η επικοινωνία θα πρέπει να αποκλείεται ή τουλάχιστον να περιορίζεται. Εξάλλου, ο γονέας δεν μπορεί να ασκεί το δικαίωμά του για επικοινωνία με το παιδί του κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, αφού το συμφέρον του παιδιού προέχει ως κριτήριο ρύθμισης από το συμφέρον του γονέα, έτσι ώστε να είναι νοητή η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας, η οποία πρέπει να απαγορεύεται (Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π., σ. 789).

Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος

[email protected]

 

Πηγή άρθρου