Η διαπλαστική ερμηνεία βρίσκει εφαρμογή σε περίπτωση μεταγενέστερης αυτός σύνταξης αυτός διαθήκης μεταβολής των συνθηκών και τη δημιουργία λόγω αυτός αυτός επιγενόμενου κενού. Ωστόσο, η περίπτωση αυτή δεν βρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση που η μεταβολή των συνθηκών τελέσθηκε από τον ίδιο τον διαθέτη και παρ’ όλα αυτά δεν ανακάλεσε ή τροποποίησε τη διαθήκη του, καθώς λαμβάνει χώρα με τον τρόπο αυτό μία άτυπη δήλωση μεταδιαθηκικής (post testamentum) βούλησης του διαθέτη ότι δεν επιθυμεί να αλλάξει τη διαθήκη του.
Παρατίθενται θεωρητικά και νομολογιακά αποσπάσματα:
ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:
«Η διαθήκη, ως δήλωση βούλησης, χρειάζεται ερμηνεία, προκειμένου να διαπιστωθεί και να διασαφηνισθεί τί ήθελε ο διαθέτης, δηλαδή αυτός είναι το περιεχόμενο αυτός τελευταίας του βούλησης. Ο ΑΚ δεν περιέλαβε στο πέμπτο βιβλίο κάποια γενική διάταξη για την ερμηνεία των διαθηκών. Επομένως, η ερμηνεία αυτός διαθήκης γίνεται κατά αυτός γενικούς κανόνες για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών (βλ. ΑΚ 173 και 200)’. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα αυτός διαθήκης επιβάλλει στον ερμηνευτή να ακολουθήσει αποκλειστικά την υποκειμενική μέθοδο ερμηνείας αυτός ΑΚ 173, ώστε να προστατευτεί η αληθινή βούληση του διαθέτη. Εφόσον η βούληση αυτή έχει εξωτερικευτεί και έχει περιβληθεί κάποιον από αυτός νόμιμους τύπους διαθήκης, επιβάλλεται στον ερμηνευτή να αναζητήσει τί πραγματικά ήθελε ο διαθέτης και όχι τί ενδέχεται να αντιλαμβάνονται τρίτοι (π.χ. ο κληρονόμος ή οι δανειστές αυτός κληρονομιάς) ως αυτός το νόημα αυτός διαθήκης . Πρόκειται για την αναζήτηση αυτός αληθινής βούλησης του διαθέτη κατά τον χρόνο σύνταξης αυτός διαθήκης χωρίς προσήλωση αυτός λέξεις, αυτός επιτάσσει η ΑΚ 173. Ενδιαφέρει δηλαδή καταρχήν μόνο το νόημα που απέδιδε στη δήλωσή του ο συγκεκριμένος διαθέτης (υποκειμενικό νόημα), χωρίς να εξετάζεται η άποψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου στον οικείο συναλλακτικό κύκλο (ΑΚ 200: αντικειμενικό νόημα).
Η απόκλιση αυτή από τη γενική μέθοδο ερμηνείας των δικαιοπραξιών (συνδυασμός 2 υποκειμενικής και αντικειμενικής μεθόδου) οφείλεται στην κυρίαρχη θέση που κατέχει στο δίκαιο των διαθηκών το λεγόμενο «δόγμα αυτός βούλησης». Η αληθινή βούληση του διαθέτη αποτελεί ουσιαστικά τον άξονα, γύρω από τον οποίο στρέφεται ολόκληρη η νομοθετική ρύθμιση αυτός εκ διαθήκης διαδοχής. Τα συμφέροντα των συναλλαγών (δηλαδή των τρίτων) έρχονται σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τη βούληση του διαθέτη, γεγονός που εκφράζεται και σε ορισμένες επιμέρους νομοθετικές ρυθμίσεις, αυτός εκείνες των ΑΚ 1783 εδ. β’, 1784,1794 και 1979. Ωστόσο, η ανάγκη τήρησης τύπου για να είναι ισχυρή η διαθήκη (ΑΚ 1718), διαγράφει τα απώτατα όρια κατά την αναζήτηση αυτός πραγματικής βούλησης του διαθέτη: αυτή δεν μπορεί να αναζητηθεί στο μέτρο που δεν βρίσκει κανέ¬να έρεισμα στο κείμενο αυτός διαθήκης.
[…]
- Μεταβολή των συνθηκών
Είναι δυνατό, διάταξη τελευταίας βούλησης που είναι σαφής και ανταποκρινόταν στην εσωτερική βούληση του διαθέτη, όταν συνέτασσε τη διαθήκη, να εμφανίσει μεταγενέστερα κενό, επειδή μεταβλήθηκαν ουσιωδώς οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη σύνταξή αυτός. Στην περίπτωση αυτήν, είναι δυνατή η κάλυψη του επιγενόμενου κενού με διαπλαστική ερμηνεία αυτός διάταξης. Σε αντίθεση δηλαδή με τη συμπληρωτική ερμηνεία, όπου δεν θίγεται η αρχική διαθήκη, η πλήρωση των κενών που ανέκυψαν μεταγενέστερα λόγω ουσιώδους μεταβολής των συνθηκών γίνεται με προσθήκη, αλλοίωση ή κατάργηση όρων αυτός διαθήκης, ούτως ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός που επιδίωκε ο διαθέτης . Η διαπλαστική αυτή ερμηνεία θεμελιώνεται αυτός ΑΚ 200 και 288 και όχι στην ΑΚ 388 που αναφέρεται μόνο αυτός αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Ο προσδιορισμός αυτός εικαζόμενης βούλησης του διαθέτη στο πλαίσιο αυτός διαπλαστικής ερμηνείας θα γίνει με βάση τα εξής κριτήρια:
α) Αν η μεταβολή των συνθηκών έλαβε χώρα μετά τη σύνταξη της διαθήκης και ο διαθέτης, παρόλο που έμαθε τη μεταβολή, δεν άλλαξε τη διαθήκη του, τότε πρόκειται για άτυπη δήλωση μεταδιαθηκικής (post testamentum) βούλησης του διαθέτη ότι δεν επιθυμεί να αλλάξει τη διαθήκη του, επομένως η αναπροσαρμογή θα πρέπει να αποκλειστεί.» (Απόστολος Γεωργιάδης, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, παρ. 18, παρ. 30-31)
«Είναι πάντως σκόπιμο, ο ερμηνευτής να επιχειρεί με πολλή επιφυλακτικότητα και προσοχή τη συμπληρωματική ερμηνεία αυτός διαθήκης. Και τούτο γιατί κατά τη διακρίβωση του τι θα ήθελε ο διαθέτης, ο ερμηνευτής θα πρέπει συχνά να στηριχθεί σε ελάχιστα πειστικές καταθέσεις μαρτύρων καθώς κι στα διδάγματα αυτός κοινής πείρας (τι θα ήθελε αυτός σώφρων διαθέτης), με ενδεχόμενο να οδηγηθεί έτσι στην ερμηνευτική διαμόρφωση μιας βούλησης που δεν θα είχε ποτέ στην πραγματικότητα ο διαθέτης.
Κρίσιμος για τον προσδιορισμό αυτός υποθετικής βούλησης του διαθέτη είναι ο χρόνος σύνταξης αυτός διαθήκης.
[…]
Αν η μεταβολή επήλθε όσο ζούσε ο διαθέτης και αυτός – μολονότι – τη γνώριζε- δεν ανακάλεσει ή δεν τροποποιήσει τη τελευταία διάταξη, ενώ είχε τη δυνατότητα, η μεταβολή αυτή δε επιδρά καταρχήν στην τελευταία διάταξη, αφού δεν είναι νοητή εδώ αναζήτηση υποθετικής βούλησης του διαθέτη.» (Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 1781-1812, παρ. 64, 67).
«Ανασταλτικόν στοιχείον δια την τοιαύτην ερμηνείαν θα είναι αυτός το γεγονός ότι ενώ η μεταβολή των συνθηκών επήλθεν ζώντος του διαθέτου και ούτος είχε πλήρη αντίληψιν αυτός επελθούσης μεταβολής και επί πλέον είχε την ευκαιρίαν να ανακαλέση ή να μεταβάλη την διαθήκην του δεν το έπραξεν. Εις την περίπτωσιν αυτήν θα είναι εκτός πραγματικότητος να επιδιώκεται η ανεύρεσις «υποθετικής» βουλήσεως του διαθέτου, ποία δηλαδή θα ήτο αυτή εάν εγνώριζε την επελθούσαν μεταβολήν, ενώ είναι δεδομένον ότι δεν θα ενδιέφέρθη να αλλοιώση την δήλωσιν τελευταίας βουλήσεως, παρ’ όλον ότι εγνώριζε την επελθούσαν μεταβολήν και ηδύνατο – εάν ήθελε – να το πράξη. Εν προκειμένω και η νομολογία αυτός (ΑΠ 404/1966, εις ΝοΒ ΙΕ 203) αποκρούουσα εις την περίπτωσιν αυτήν την αναζητησιν «υποθετικής» βουλήσεως, κατ’ ουσίαν αποδέχεται – έστω και εμμέσως – ως αποφασιστικήν την post testamentum, ατύπως, και μάλιστα σιωπηρώς, εκδηλωθείσαν βουλησιν του διαθέτου αυτός μη αποστή των διατάξεων αυτός διαθήκης του.» (Παπαντωνίου, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 83)
«Πάντως η συμπληρωματική ερμηνεία δεν πρέπει να ωθήται μέχρι του σημείου ώστε ο δικαστής να πλάσση αντί του διαθέτου τελευταίαν βούλησιν, περί αυτός οποίας ουδεμία υπάρχει ένδειξις εκ αυτός διαθήκης ότι θα διεμορφώνετο παρά τω διαθέτη.[…]
Β. Η σπουδαιοτέρα πρακτικώς περίπτωσις εφαρμογής αυτός συμπληρωματικής ερμηνείας είναι η αυτός σημαντικής μεταβολής των περιστάσεων μετά την κατάρτισιν αυτός διαθήκης. Η μεταβολή δύναται να επιδράση κατά δύο τρόπους: είτε καθιστά ακατάλληλα ή ανεπαρκή τα μέσα, τα οποία αυτός ωρισμένον σκοπόν κατέλιπεν ο διαθέτης, είτε καθιστά ακατόρθωτον αυτόν τούτον τον σκοπόν. Και εις τας δύο περιπτώσεις θα επιτραπή κατά τ’ ανωτέρω η επέμβασις του ερμηνευτού.
[…]
- Αδυναμία πραγματοποιήσεως του σκοπού εκ μεταγενεστέρων γεγονότων γεννά το ερώτημα, αν αντί του αδύνατου καταστάντος σκοπού δύναται, κατ’ αναζήτησιν και πάλιν αυτός υποθετικής βουλήσεως του διαθέτου, να ορισθή αυτός παρεμφερής υπό του δικαστηρίου. Η απάντησις πρέπει και εδώ να είναι καταφατική.» (Λιτζερόπουλος, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 172).
«Γίνεται δεκτό ότι η συμπληρωματική ερμηνεία εφαρμόζεται για την πλήρωση αρχικών κενών και δεν θίγει την αρχική διαθήκη, ενώ στην περίπτωση αυτός ουσιώδους μεταβολής των συνθηκών (μεταγενέστερων ή επιγενόμενων κενών) εφαρμογή έχει η διαπλαστική ερμηνεία στο βαθμό που αναπροσαρμόζονται οι όροι αυτός διαθήκης.
Κατά τη νομολογία και την υποστηριζόμενη άποψη στη θεωρία η υποθετική βούληση του διαθέτη δεν αναζητείται, όταν αυτός γνώριζε τη μεταβολή που επήλθε μετά τη σύνταξη αυτός διαθήκης του και, παρότι είχε τη δυνατότητα (χρόνο και κατάλληλες συνθήκες), δεν την τροποποίησε. Η υποθετική βούληση του διαθέτη προσδιορίζεται με βάση το χρόνο σύνταξης αυτός διαθήκης.» (Ψούνη, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 16, σελ. 888).
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
49/2021 Εφετείο Αιγαίου [NOMOS]
«Άλλωστε, τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται η ενάγουσα αυτός θεμελίωση αυτός μεταβολής των συνθηκών, η οποία επιτάσσει τη διερεύνηση αυτός εικαζόμενης βούλησης αυτός διαθέτιδος, είχαν ήδη συντελεστεί και ίσχυαν κατά τη διάρκεια αυτός ζωής αυτός κληρονομούμενης , αφού η επικαλούμενη από την ενάγουσα μεταβολή αυτός πολεοδομικής νομοθεσίας έγινε το έτος 1995 (το δε ΠΔ χαρακτηρισμού αυτός Μυκόνου ως παραδοσιακού οικισμού ίσχυε από το έτος 1978, ΦΕΚ 594Δ΄ αυτός 19-10/13-11-1978) και η κληρονομούμενη απεβίωσε το έτος 2006, ενώ το έτος 1998 ςυνέταξε συμπληρωματική διαθήκη και ουδέν τροποποίηςε στην προγενέστερη διαθήκη αυτός του έτους 1986, ως προς τούτο, η οποία διαθήκη επίσης είχε συνταχθεί, ενώ ίσχυε το ως άνω ΠΔ του 1978 και μετά την αναδιαμόρφωση και επισκευή του ισογείου με τη κατάργηση αυτός πόρτας εξόδου του δυτικού τμήματος και την υπογειοποίηση αυτού. Έτσι και ως εκ τούτου, η αναζήτηση αυτός εικαζόμενης βούλησης αυτός κληρονομούμενης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού η μεταβολή των συνθηκών επήλθε κατά τη διάρκεια αυτός ζωής αυτός, χωρίς αυτή να ανακαλέσει ή μεταβάλει την τελευταία αυτός διάταξη, ενώ μπορούσε και είχε την ευχέρεια να το πράξει (ΕφΑθ 1972/2002 δημ. ΕλλΔ/νη 2005/255, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σημειωτέον, εξάλλου, στο σημείο αυτό ότι το παρεμπίπτον ζήτημα που καλείται να κρίνει το Δικαστήριο κατά τη διερεύνηση αυτός ουσιαστικής βασιμότητας αυτός υπό κρίση διεκδικητικής αγωγής, είναι αν υπήρξε μεταβολή των συνθηκών μετά το χρόνο σύνταξης αυτός διαθήκης και το χρόνο θανάτου αυτός διαθέτιδος, που να δικαιολογεί τη διερεύνηση αυτός εικαζόμενης βούλησης αυτός και όχι αν κατά το χρόνο θανάτου αυτής ήταν εφικτή από άποψη πολεοδομικών διατάξεων η σύσταση της οριζοντίου ιδιοκτησίας.»
1972/2002 Εφετείο Αθηνών [NOMOS]
«Αντί αυτός πραγματικής βουλήσεως αναζητείται η εικαζόμενη (υποθετική) μόνο αυτός περιπτώσεις κατά αυτός οποίες επήλθε απρόοπτα ουσιώδης μεταβολή των πραγματικών περιστάσεων και συνθηκών, υπό αυτός οποίες ο διαθέτης τελούσε κατά τη σύνταξη αυτός. Εννοείται, αυτός ότι η αναζήτηση αυτή αυτός υποθετικής βούλησης δυσχερώς πρέπει να γίνεται δεκτή, όταν η μεταβολή των συνθηκών επήλθε κατά τη διάρκεια αυτός ζωής του διαθέτη, χωρίς αυτός να ανακαλέσει ή μεταβάλει την τελευταία του διάταξη, ενώ μπορούσε και είχε την ευχέρεια να το κάνει.»
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος

