Επίδοση σε νομικά πρόσωπα: υφίσταται υποχρέωση

Η υπ’ αριθμ. 471/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου έχει αποφανθεί ad hoc για το ζήτημα διαπίστωσης της υπαλληλικής ιδιότητας του ατόμου προς το οποίο διενεργείται η επίδοση:

«Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. δ, 127 παρ. 1, 128 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, πρέπει αυτό να παραδοθεί στο νόμιμο ή κατά το καταστατικό νόμιμο εκπρόσωπό του είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου. Αν ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα κ.λπ. του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη περίπτωση, σ’ έναν από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους, που συνοικούν με τον παραλήπτη και στη δεύτερη περίπτωση σ’ ένα από τα διαζευκτικώς αναφερόμενα πρόσωπα (στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σ’ έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες), χωρίς να είναι απαραίτητο για το κύρος της επιδόσεως να τηρηθεί καμιά σειρά τόσο ως προς τον τόπο επιδόσεως, δηλαδή αναζήτηση του νόμιμου εκπροσώπου πρώτα στην κατοικία και μετά στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, όσο και ως προς τα πρόσωπα, που θα παραδοθεί το επιδιδόμενο έγγραφο, σε απουσία του. Στην έκθεση επιδόσεως, πρέπει να αναγραφεί από τον δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμο του νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, αν η επίδοση γίνεται στον ίδιο. Σε περίπτωση που αυτός δεν βρεθεί στο γραφείο του (άρθρο 124 παρ. 2 ΚΠολΔ) και η επίδοση γίνει με παράδοση του εγγράφου σε πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν απαιτείται μεν η αναγραφή στην έκθεση του ονόματος του νόμιμου εκπροσώπου του, πρέπει, όμως, να αναφέρεται σ` αυτή το γεγονός της μη ανευρέσεως και το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο έγινε η παράδοση του εγγράφου, για να διαπιστωθεί, αν αυτό το φυσικό πρόσωπο είναι από τα αναφερόμενα στην διάταξη αυτή ως δεκτικά παραδόσεως (ΑΠ 396/2006). Περαιτέρω, ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο (δικηγόρο, υπάλληλο, κ.λπ.) ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, οπότε στην τελευταία περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλάβει δικόγραφο, σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος (ΑΠ 2137/2007) και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται μνεία του ονοματεπωνύμου αυτού, αρκούσης της μνείας του ονοματεπωνύμου του πληρεξουσίου, η οποία μπορεί να μη γίνεται στο κυρίως κείμενο της εκθέσεως επιδόσεως, αλλά να αναφέρεται αυτό και πριν από την υπογραφή του παραλαβόντος το δικόγραφο. Εφόσον υπάρχει πληρεξουσιότητα, μπορεί η επίδοση να γίνει προς τον πληρεξούσιο του εκπροσώπου, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση ή διατύπωση (ΟλΑΠ 900/1985, ΑΠ443/2015, ΑΠ322/2015, ΑΠ1005/2005). Επίσης, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, η έκθεση επιδόσεως, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της εκθέσεως επιδόσεως ως πλαστής. Τα περιστατικά, αντίθετα, που βεβαιώνονται σ’ αυτή, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν, από τη φύση τους, στην άμεση αντίληψή του, όπως είναι και ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι υπάλληλος του παραλήπτη, που στηρίζεται σε δήλωση του παραλαβόντος, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επιδόσεως, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθειά τους (ΑΠ 1024/2019,ΑΠ 720/2019, ΑΠ 641/2017)».

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected] 

Πηγή άρθρου