Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 215 § 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23-07-2015) και, σύμφωνα με τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ίδιου νόμου, ισχύει από 01-01-2016, «[σ]την περίπτωση του άρθρου 237, η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών. Αν η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα». Διευκρινίζεται ότι στον εναγόμενο επιδίδεται μόνο αντίγραφο της αγωγής, χωρίς κλήση προς συζήτηση, δοθέντος ότι ο ορισμός δικασίμου και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο λαμβάνουν χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι στην τακτική διαδικασία, όπως αυτή αναμορφώθηκε πλήρως υπό την ισχύ του Ν. 4335/2015, η μη επίδοση στον εναγόμενο (κυρωμένου αντιγράφου) της αγωγής εντός της προθεσμίας των τριάντα (ή εξήντα) ημερών από την κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου ή, αν η αγωγή δεν επιδόθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα στην προθεσμία, έχει ως συνέπεια αυτή να θεωρείται μη ασκηθείσα, δηλαδή ανυπόστατη.
Η προθεσμία επίδοσης της αγωγής, η οποία μέχρι το Ν. 4335/2015 συνιστούσε προπαρασκευαστική προθεσμία (βλ. 228 και 229 ΚΠολΔ), καθίσταται πλέον προθεσμία ενεργείας, η μη επίδοση της αγωγής ή τα ελαττώματα αυτής (επίδοσης) εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικάζον δικαστήριο και δεν δύνανται να θεραπευτούν μεταγενέστερα με την αναντίλεκτη συμμετοχή του εναγόμενου στη διαδικασία (με την προκατάθεση προτάσεων), καθώς πρόκειται για ελαττώματα που πλήττουν την υπόσταση της αγωγής, η οποία θεωρείται αναδρομικά ανύπαρκτη, και δεν αφορούν μόνο το παραδεκτό της συζήτησης αυτής, όπως γινόταν δεκτό υπό το προϊσχύσαν δικαιϊκό καθεστώς και εξακολουθεί να ισχύει στις ειδικές διαδικασίες. Ούτε, άλλωστε, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η επαγωγή της συνέπειας αυτής (ανυπόστατο της αγωγής) εξαρτάται από τη δυνατότητα του εναγόμενου να ανταποκριθεί στο δικονομικό βάρος επίκλησης και απόδειξης δικονομικής αυτού βλάβης από τη μη επίδοση, την παράτυπη ή εκπρόθεσμη επίδοση της αγωγής (πρβλ. άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι με τη μεταβολή στον τρόπο άσκησης της αγωγής στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας σκοπείται η διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης των διαδίκων, ιδίως του εναγόμενου, καθώς μετά την προθεσμία ενέργειας επίδοσης της αγωγής, ακολουθεί η προπαρασκευαστική προθεσμία των 100 ημερών (ή 130 για τον διαμένοντα στο εξωτερικό), για την κατάθεση των προτάσεων και τη συγκέντρωση του αποδεικτικού του υλικού [ΕφΠειρ 679/2019, ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, Κ. Μακρίδου, Ειδικές Διαδικασίες στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μετά το Ν. 4335/2015 (2017), § 1 αριθ. 3, σελ. 24-25, X. Απαλαγάκη, Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν. 4335/2015 (2016), σελ. 14, Κ. Μακρίδου – X. Απαλαγάκη – Γ. Διαμαντόπουλος, Πολιτική Δικονομία, Θεωρία – Νομολογία – Υποδείγματα (Β΄ έκδοση – 2018), σελ. 7-8, Δ. Κράνης, Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ (Ν. 4335/2015), Εισήγηση σε ημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης (9 Ιουλίου 2016), προσπελάσιμη στην ιστοσελίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης, I. Κουκουράκη, Οι αλλαγές που επέφερε στην πολιτική δικονομία ο Ν. 4335/2015, ΕλλΔ/νη 2017.1015, Κ. Καλαβρός, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (4η έκδοση – 2016), § 33 αριθ. 10, Ε. Μπαλογιάννη/Π. Ρεντούλης σε Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνεία κατ’ άρθρο (επιμέλεια X. Απαλαγάκη – 5η έκδοση – 2017), άρθρο 215 αριθ. 8].
Περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 και 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν.3994/2011, που ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η επίδοση στην κατοικία του προσώπου προς τον οποίο απευθύνεται, ορίζονται τα ακόλουθα: Στην παρ.1 ότι, αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του. Αν απουσιάζουν ή δεν υπάρχουν και αυτοί η παράδοση γίνεται σε έναν από τους άλλους ενηλίκους συνοίκους που έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του ενδιαφερομένου και στην παρ. 4 ότι, αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παρ. 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία, α) το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας και σε ενσφράγιστο φάκελο επί του οποίου θα υπάρχουν μόνο τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή και του προς ον η επίδοση μπροστά σε έναν μάρτυρα…, β) το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συντάσσεται ατελώς, πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή του σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και αν λείπει ο προϊστάμενος, στον αξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η παράδοση βεβαιώνεται με απόδειξη που συντάσσεται ατελώς κάτω από την έκθεση της επίδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 140 παρ. 1. Η απόδειξη αυτή πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία που έγινε η παράδοση, και το ονοματεπώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο, ο οποίος υπογράφει την απόδειξη και τη σφραγίζει με την υπηρεσιακή σφραγίδα…, γ) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παράδοση, σύμφωνα με την περίπτωση β, εκείνος που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου πρέπει να ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται το είδος του εγγράφου, που επιδόθηκε, η διεύθυνση της κατοικίας, όπου έγινε η θυροκόλλησή του, η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία παραδόθηκε το αντίγραφο, καθώς και η ημερομηνία της παράδοσης. Η ειδοποίηση ταχυδρομείται με έξοδα εκείνου, που ζητεί να γίνει η επίδοση. Το γεγονός ότι ταχυδρομήθηκε η ειδοποίηση βεβαιώνεται με απόδειξη, την οποία συντάσσει και υπογράφει ατελώς, κάτω από την επιδοτήρια έκθεση της παρ.1 του άρθρου 140, εκείνος, που ενεργεί την επίδοση. Η βεβαίωση πρέπει να αναφέρει το ταχυδρομικό γραφείο, με το οποίο έστειλε την ειδοποίηση, και τον υπάλληλο, που την παρέλαβε, ο οποίος προσυπογράφει τη βεβαίωση. Ύστερα από προφορική αίτηση του παραλήπτη, η αρχή, στην οποία είχε παραδοθεί το αντίγραφο, σύμφωνα με την άνω περίπτωση β’ του παρόντος, του το παραδίδει, με έγγραφη απόδειξη που συντάσσεται ατελώς. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, σε περίπτωση που τόσο εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, όσο και τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 απουσιάζουν από την κατοικία, τότε η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση και παράλληλα το βραδύτερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα, αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου παραδίδεται στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή του σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και μόνο αν αυτός απουσιάζει παραδίδεται στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος, γεγονός που πρέπει να βεβαιώνεται στην απόδειξη που συντάσσεται κάτω από την έκθεση επίδοσης (ΑΠ 272/2015, ΑΠ 660/2015, ΑΠ 1133/2009). Στην παραπάνω δε περίπτωση της επίδοσης σε παραλήπτη που απουσιάζει από την κατοικία του, η επίδοση θεωρείται, κατ` άρθρο 136 παρ.2 του ίδιου κώδικα, ότι συντελέστηκε με τη θυροκόλληση του εγγράφου, με την προϋπόθεση ότι έγιναν όσα ορίζονται παραπάνω (ΑΠ 1908/2008, ΑΠ 903/2007) (βλ ΑΠ 1181/2019). Αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο άρθρο 128 παρ.4 στοιχ.β’ και γ’ ΚΠολΔ, δηλαδή αν δεν παραδοθεί στον αστυνόμο κ.λπ. αντίγραφο του εγγράφου και δεν ταχυδρομηθεί σχετική έγγραφη ειδοποίηση σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, η επίδοση δεν ολοκληρώνεται και άρα είναι ανυπόστατη (βλ. ΕΑ 1999/2002 αδημ., Ιωάννη Κατρά, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Κατ’ άρθρο Νομολογία, έκδοση 2016, άρθρο 128, σελ. 121). Είναι άκυρη η επίδοση με θυροκόλληση αν στο αποδεικτικό επιδόσεως δεν αναφέρεται η ιδιότητα του αστυνομικού που παρέλαβε το εγχειρισθέν από το δικαστικό επιμελητή έγγραφο (ΑΠ 22/1994, ΕλλΔνη 36, σελ. 347). Επίσης, σε περίπτωση που το αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου παραδοθεί σε αστυφύλακα του αστυνομικού τμήματος της περιφέρειας της κατοικίας εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση χωρίς να βεβαιώνεται στην απόδειξη, ότι αυτός εκτελούσε χρέη προϊσταμένου ή λόγω απουσίας του προϊσταμένου εκτελούσε χρέη αξιωματικού υπηρεσίας κλπ, τότε η επίδοση είναι άκυρη, καθόσον η παραπάνω διάταξη δεν αρκείται στην επίδοση σε οποιονδήποτε αξιωματικό, αλλά απαιτεί όπως αυτός έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες, δηλαδή να είναι προϊστάμενος του αστυνομικού τμήματος ή, σε περίπτωση βεβαιωμένης στην απόδειξη απουσίας του, να είναι αξιωματικός ή υπαξιωματικός υπηρεσίας ή σκοπός του αστυνομικού καταστήματος (βλ. ΑΠ 372/2016, 660/2015, 272/2015, ΕΘεσ 1626/2017, Αρμ 2019. 374). Ακόμη, αν η επίδοση αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου γίνει στον προϊστάμενο και εν απουσία του στον αξιωματικό υπηρεσίας άλλου αστυνομικού τμήματος από αυτό της περιφέρειας της κατοικίας ή του τόπου εργασίας του προς ον η επίδοση, τότε η επίδοση πάσχει από ακυρότητα, έστω κι αν πρόκειται για γειτονικό αστυνομικό τμήμα (πρβλ. ΑΠ 1344/2009, ΕΠειρ 373/2020 ΝΟΜΟΣ). (βλ. 29/2024, ΤριμΕφΔωδ, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. Δικηγόρος

