Επίδοση αγωγής σε κάτοικο εξωτερικού

Σύμφωνα με το άρθρο 134 παρ. 1 εδ. α` Κ.Πολ.Δ. αν το πρόσωπο, στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ’ αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση ……, ενώ κατά το άρθρο 136 παρ. 1 εδ`α` του ιδίου κώδικα η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε για τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 131 έως 134, μόλις παραδοθεί το έγγραφο στις αρχές ή τα πρόσωπα, που αναφέρονται εκεί ανεξάρτητα από τον χρόνο της αποστολής και παραλαβής του.

Οι ανωτέρω διατάξεις, περί πλασματικής επίδοσης δικογράφων σε πρόσωπα διαμένοντα στην αλλοδαπή, συνεχίζουν να εφαρμόζονται, στο βαθμό που δεν ορίζεται διαφορετικά, στην κρινόμενη κάθε φορά περίπτωση, από διεθνείς συμβάσεις, που έχει συνάψει και επικυρώσει με νόμο η Ελλάδα (ΑΠ 153/2019), οι οποίες έχουν την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερισχύουν έτσι των κοινών νόμων. Με τον Ν. 1354/1983 κυρώθηκε η από 15/11/1965 Σύμβαση της Χάγης “για την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις”. Η διεθνής αυτή σύμβαση, που αποτελεί συγκερασμό των αντιλήψεων για την προτίμηση της πραγματικής ή της πλασματικής επίδοσης, δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών, που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκη δικογράφου στον Εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 του κ. Πολ.Δ., δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε το δικόγραφο από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στη σύμβαση αυτή τρόπο, ώστε να θεμελιώνεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως (ΑΠ 922/2020, ΑΠ 105/2014).

Ειδικότερα σύμφωνα με τις διατάξεις της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως, η οποία, σύμφωνα με την από 3/17.8.1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18.9.1983, έχοντας την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ρυθμίστηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3,5 και 6 της εν λόγω συμβάσεως, όταν πρόκειται να γίνει επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει σε συμβαλλόμενο κράτος, η σχετική αίτηση απευθύνεται προς την αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία γίνεται η επίδοση, η δε επίδοση διενεργείται, είτε σύμφωνα με τους οριζομένους από τη νομοθεσία του κράτους, στο οποίο απευθύνεται η αίτηση τύπους, είτε σύμφωνα με τον ειδικό τύπο, που ζητεί ο αιτών, υπό την προϋπόθεση να μην είναι ασυμβίβαστος με την νομοθεσία του κράτους τούτου και αποδεικνύεται από βεβαίωση που συντάσσει η αρμόδια αρχή του κράτους όπου έγινε η επίδοση, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) θα προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτελέσεως της επιδόσεως και το πρόσωπο που παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο. Επομένως, κατά τις διατάξεις της παραπάνω διεθνούς συμβάσεως, η επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει στην επικράτεια ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη, που γίνεται με επίσπευση υπηκόου του άλλου κράτους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελέστηκε από την παράδοση στον Εισαγγελέα του επιδοτέου εγγράφου, αλλά απαιτείται και η κατά τον παραπάνω τρόπο απόδειξη ότι πράγματι η επίδοση έγινε στο πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν (ΑΠ 501/2014). Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, γεγονός το οποίο, προκειμένου επί επιδόσεως, σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση, προκύπτει από την προσκομιδή της ως είρηται βεβαιώσεως της αρμόδιας αρχής, το αρμόδιο κάθε φορά δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ενώ για τον υπολογισμό της ισχύουσας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση προπαρασκευαστικής προθεσμίας για τους διαμένοντες στο εξωτερικό λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της πραγματικής περιελεύσεως του δικογράφου σε εκείνον που αφορά η επίδοση και δεν έχει σημασία το χρονικό σημείο, κατά το οποίο επιδίδεται το έγγραφο αυτό στον αρμόδιο Εισαγγελέα (Ολ ΑΠ 22-26/2009, ΑΠ 922/2020).

Ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13-11-2008 ο Κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου Κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 Κανονισμού τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραλήπτες, διαβιβάζονται απ` ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, το οποίο αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επιδόσεως ή κοινοποιήσεως, εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε την διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965.

Κατά την διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση, βάσει του παρόντος κανονισμού, και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως μέχρις ότου διαπιστωθεί: α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής…, ή β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο, προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί. Κατά δε το άρθρο 23 παρ. 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό, β) από την διαβίβαση της πράξεως έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους – μέλους παραλαβής.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κανονισμού, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 8, η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης μιας πράξης, βάσει του άρθρου 7, είναι η ημερομηνία κατά την οποία η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής (παρ. 1). Όταν όμως, σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, μια πράξη πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί εντός τακτής προθεσμίας, λαμβάνεται υπόψη για τον αιτούντα η ημερομηνία που καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους αυτού (παρ. 2). Σκοπός των άνω διατάξεων (παρ. 1 και 2) του άρθρου 9, είναι να καθορισθούν κριτήρια ως προς την ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης, η οποία έχει νομικές συνέπειες (εκκρεμοδικία, έναρξη ή διακοπή παραγραφής), γι` αυτό είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται σε ποια στιγμή παρήχθησαν. Έτσι, η παράγραφος 1 θεσπίζει την αρχή ότι η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης είναι εκείνη, κατά την οποία πράγματι αυτή έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους παραλαβής και σκοπός της είναι να προστατευθούν τα δικαιώματα του παραλήπτη. Η παράγραφος 2 αντίθετα επιδιώκει την προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος (ενάγοντος), ο οποίος μπορεί να έχει συμφέρον να ενεργήσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας ή σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Γι` αυτό κρίθηκε σκόπιμο, στην περίπτωση αυτή, να του επιτραπεί να υποστηρίζει τα δικαιώματά του στηριζόμενος σε μια ημερομηνία που ο ίδιος μπορεί να προσδιορίσει, αντί να εξαρτάται από ένα γεγονός (όπως είναι η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης σε άλλο κράτος μέλος), για το οποίο δεν έχει άμεση επιρροή, αφού αυτό μπορεί να λάβει χώρα μετά την καθορισμένη ημερομηνία λήξης. Έτσι, για τη συντέλεση της επιχειρούμενης επίδοσης, επί προπαρασκευαστικής προθεσμίας απαιτείται πραγματική περιέλευση του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, ενώ, αντίθετα, επί προθεσμίας ενεργείας, αρκεί η πλασματική επίδοσή του στον Εισαγγελέα. Άλλωστε, και η διατύπωση “επίδοση ή κοινοποίηση εντός τακτής προθεσμίας” παραπέμπει ευθέως στην έννοια των προθεσμιών ενεργείας (ΑΠ 1405/2019).

Εξάλλου, με το Ν. 4335/2015 τροποποιήθηκαν (μεταξύ άλλων) και διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. που αναφέρονται στην τακτική διαδικασία στην πρωτοβάθμια δίκη με σκοπό, όπως αναφέρεται και στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, να επιταχυνθεί η διαδικασία έκδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης με αντικατάσταση της μέχρι την εισαγωγή του νόμου αυτού εν μέρει προφορικής τακτικής διαδικασίας με μία κατ` αρχήν έγγραφη διαδικασία, η οποία εξελίσσεται με βάση τις έγγραφες προτάσεις και τους περιεχομένους σ` αυτές ισχυρισμούς των διαδίκων και τυπική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικαστηρίου, ενώ μόνο αν το δικαστήριο κρίνει ότι η υπόθεση δεν έχει διασαφηνιστεί αρκετά, ώστε να εκδοθεί επί της ουσίας απόφαση και υφίσταται λόγος εξέτασης μαρτύρων, τότε με απλή πράξη του προέδρου επί πολυμελούς πρωτοδικείου ή του δικαστή της υπόθεσης επί μονομελούς πρωτοδικείου ή ειρηνοδικείου διατάσσεται επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο για την εξέταση μαρτύρων. Έτσι κατά τις τροποποιηθείσες με τον ανωτέρω νόμο διατάξεις των άρθρων 237, 238 Κ.Πολ.Δ., που ορίζουν το πλαίσιο της νέας τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 215, 254, 260, 271 επ. Κ. Πολ. Δ., που τροποποιήθηκαν ώστε να εναρμονιστούν με την νέα διαδικασία, όλες δε, κατά την διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 1 του Ν. 4335/2015, εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 1/1/2016 αγωγές, διαμορφώνεται η εξέλιξη της έγγραφης διεξαγωγής της δίκης στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά προθεσμιών, που δημιουργούν επί μέρους στάδια προόδου της δίκης, ενώ εισάγεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και η ανάκληση της αγωγής, εάν αυτή δεν προωθείται.

Ειδικότερα στο άρθρο 215 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 237 η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομόδικους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία 60 ημερών, αν δε η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Στο άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι μέσα σε προθεσμία 100 ημερών ή 130 ημερών αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η οποία αρχίζει από την επίδοση της αγωγής, οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις τους και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα, που επικαλούνται σ` αυτές (παρ. 1), ότι οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, που κατατίθεται μέσα στις επόμενες 15 ημέρες από την λήξη της ανωτέρω προθεσμίας της παρ.1, οπότε κλείνει και ο φάκελος της δικογραφίας (παρ. 2), ότι μέσα σε 15 ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου ορίζεται ο δικαστής και για τις υποθέσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου η σύνθεση του δικαστηρίου και ο εισηγητής καθώς και η ημέρα και ώρα συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικαστηρίου, σε δικάσιμο που ορίζεται σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από 30 ημέρες από την παρέλευση της ανωτέρω δεκαπενθήμερης προθεσμίας, κατά την οποία δικάσιμο η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (παρ. 3). Ενώ τέλος στο άρθρο 238 Κ. Πολ. Δ. ορίζεται ότι οι παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις, ανακοινώσεις δίκης και ανταγωγές στην περίπτωση του άρθρου 237 κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε 60 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής, η δε προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά 30 ημέρες για όλους τους διαδίκους αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομόδικούς του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής.

Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζονται σύντομες σχετικά προθεσμίες ενεργείας τόσο των διαδίκων όσο και του δικαστηρίου, ειδικά δε για την παράλειψη του ενάγοντος να επιδώσει την αγωγή στον εναγόμενο εντός των προθεσμιών του άρθρου 215 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ. επιβάλλεται ως κύρωση να θεωρηθεί η αγωγή ως μη ασκηθείσα. Η σοβαρή αυτή κύρωση, η οποία επιβλήθηκε για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, όταν εφαρμόζεται η τακτική διαδικασία, δημιουργεί ερμηνευτικό πρόβλημα για το ποιος είναι ο κρίσιμος χρόνος της επίδοσης της αγωγής για την εμπρόθεσμη ολοκλήρωση της άσκησής της, ιδίως όταν ο προς ον η επίδοση είναι κάτοικος χώρας είτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οπότε εφαρμόζεται ο ανωτέρω 1393/2007 Κανονισμός, είτε άλλης χώρας, που έχει κυρώσει την σύμβαση της Χάγης, οπότε εφαρμόζεται η Σύμβαση αυτή και ειδικότερα, εάν κρίσιμος είναι ο χρόνος της πλασματικής επίδοσης της αγωγής στον Εισαγγελέα κατά το άρθρο 134 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. ή ο χρόνος της πραγματικής επίδοσης στον παραλήπτη εναγόμενο, αφού το άρθρο 215 παρ. 2 δεν αναφέρει αν η επίδοση σε χώρα της αλλοδαπής πρέπει να είναι πραγματική ή αρκεί η πλασματική επίδοση των άρθρων 134 και 136 ΚΠοΛΔ.

Ο νομοθέτης με το άρθρο 215 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ. θέλησε να υποχρεώσει τον ενάγοντα να ενεργήσει την επίδοση της αγωγής σε πολύ σύντομη προθεσμία μετά την κατάθεσή της, προκειμένου, αφ` ενός μεν να τηρηθούν οι ανωτέρω προθεσμίες που θεσπίζει το άρθρο 237 Κ. Πολ.Δ., αφ` ετέρου δε να δοθεί επαρκής χρόνος στον εναγόμενο να απαντήσει. Ο ενάγων τηρεί την οριζόμενη στο άρθρο 215 παρ. 2 προθεσμία ενεργείας για εναγόμενο κάτοικο αλλοδαπής με την επίδοση της αγωγής στον αρμόδιο εισαγγελέα και εκπληρώνει την σχετική υποχρέωσή του, αφού ο χρόνος της πραγματικής επίδοσης στον εναγόμενο εκφεύγει απολύτως από την σφαίρα επιρροής του, γιατί εξαρτάται από σειρά ενεργειών άλλων αρμοδίων προσώπων για την έγκυρη διαβίβαση της αγωγής στην χώρα κατοικίας του εναγομένου και την έγκαιρη επίδοση σ` αυτόν εντός της σύντομης προθεσμίας του άρθρου 215 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ενέργειες τις οποίες δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να επηρεάσει. Με την επίδοση της αγωγής στον αρμόδιο εισαγγελέα ολοκληρώνεται η σύνθετη διαδικαστική πράξη της άσκησης της αγωγής, με την ενέργεια και των δύο επιμέρους διαδικαστικών πράξεων της καταθέσεως και της επιδόσεως αυτής και οριοθετείται κατά τρόπο οριστικό και επίσημο το αντικείμενο της δίκης.

Η αντίθετη εκδοχή ότι εντός της προθεσμίας των 60 ημερών πρέπει να γίνει και η πραγματική επίδοση της αγωγής στον κάτοικο αλλοδαπής εναγόμενο, ως προς μεν τον κάτοικο χώρας της Ευρωπαϊκής ένωσης αντίκειται στο προαναφερθέν αυξημένης τυπικής ισχύος άρθρο 9 παρ. 2 του Κανονισμού, το οποίο δεν μπορεί να καταργηθεί με κοινό νόμο και επιβάλλει να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία, που καθορίζεται από το δίκαιο της Ελλάδας, όπου πρέπει να διενεργηθεί η επίδοση εντός της τακτής προθεσμίας των 60 ημερών του άρθρου 215 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ως προς δε, τον κάτοικο χώρας που έχει κυρώσει την Σύμβαση της Χάγης, στην οποία δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη με αυτή του άρθρου 9 παρ. 2 του Κανονισμού, έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα του, επίσης αυξημένης τυπικής ισχύος, άρθρου 15 της Σύμβασης, που επιβάλλει, κατά κανόνα, ως κύρωση την αναβολή της υπόθεσης, σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου, όταν δεν προκύπτει η εμπρόθεσμη πραγματική επίδοση της αγωγής σ` αυτόν. Σε κάθε δε, περίπτωση η ανωτέρω ερμηνευτική εκδοχή αντίκειται στο δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης του άρθρου 6 παρ. 1 της έχουσας επίσης την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αφού κατά την στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων του ενάγοντος και του εναγόμενου επιβάλλει στον ενάγοντα, ο οποίος δεν έχει απολύτως κανένα έλεγχο της διαδικασίας ολοκλήρωσης της επίδοσης μετά την επίδοση της αγωγής στον Εισαγγελέα, την υπέρμετρα επαχθή και συνεπώς δυσανάλογη κύρωση για σφάλματα ή ολιγωρίες της αλλοδαπής αρχής, να θεωρηθεί η αγωγή του ως μη ασκηθείσα, εάν δεν γίνει και η πραγματική επίδοση στην αλλοδαπή χώρα εντός της συντομότατης και συνήθως μη επαρκούς προθεσμίας των 60 ημερών από την κατάθεση της αγωγής, εμποδίζοντας έτσι την πρόσβασή του στο δικαστήριο, ενώ η προστασία του εναγομένου από την καθυστερημένη πραγματική επίδοση της αγωγής και την αδυναμία να καταθέσει εμπρόθεσμα προτάσεις μπορεί να επιτευχθεί με την αναβολή της υπόθεσης για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 241 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, αφού η διάταξη του άρθρου 134 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δεν έχει καταργηθεί και το άρθρο 215 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως και το συναφές άρθρο 238 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ., που αφορά στην προθεσμία επίδοσης των εκεί αναφερομένων εισαγωγικών δίκης δικογράφων (χωρίς όμως εκεί να προβλέπεται ως κύρωση της εμπρόθεσμης επίδοσης αυτών, ότι θεωρούνται ως μη ασκηθέντα) δεν προσδιορίζουν ρητά το απαιτούμενο είδος επίδοσης αυτών στον γνωστής διαμονής κάτοικο αλλοδαπής εναγόμενο, κατά τελολογική ερμηνεία των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην άμεση επίδοση των εισαγωγικών δίκης δικογράφων, ώστε να επιτευχθεί η έναρξη των προθεσμιών συζήτησης της νέας τακτικής διαδικασίας του άρθρου 237 Κ.Πολ.Δ. και η αποφυγή καθυστέρησης στην εκδίκαση των υποθέσεων και προκειμένου να αποφευχθεί η πρόσκρουση των διατάξεων αυτών στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 9 παρ. 2 του 1393/2007 Κανονισμού, 15 της Σύμβασης της Χάγης και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ως επίδοση της αγωγής στο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ και ως επίδοση των εκεί αναφερομένων εισαγωγικών της δίκης δικογράφων στο άρθρο 238 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. στον γνωστής διαμονής κάτοικο χώρας του εξωτερικού εναγόμενο, για την εφαρμογή των προθεσμιών ενεργείας του ενάγοντος των 60 και 90 ημερών αντιστοίχως, νοείται η πλασματική επίδοση στον αρμόδιο Εισαγγελέα, κατά το άρθρο 134 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. και όχι η πραγματική επίδοση στην κατοικία του εναγομένου στην χώρα διαμονής του (ΑΠ 1181/2022, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος

Email: [email protected]

Πηγή άρθρου