Ένσταση παραγραφής – Η αφηρημένη έννοια των «καθυστε

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 § 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ’ αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν ως έννομη συνέπεια την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (ΟλΑΠ 472/1983 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 212/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 553/2019 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 250 αρ. 17 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι σε πενταετή παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά, προκύπτει ότι λόγω της γενικότητας των όρων «καθυστερουμένων προσόδων» και «κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά», περιλαμβάνονται σ’ αυτούς οι καρποί, φυσικοί ή πολιτικοί και τα ωφελήματα τα οποία η χρησιμοποίηση του πράγματος περιοδικώς παρέχει. Συνακόλουθα, στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις του κοινωνού πράγματος κατά του συγκοινωνού, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, για απόδοση ανάλογης μερίδας των ωφελημάτων από τη χρήση αυτή.

Κατά δε τα άρθρα 251 και 253 του ΑΚ η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 7/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2267/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 898/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 440/2000 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 71/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 120/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 177/2009 ΝΟΜΟΣ). Από τις διατάξεις των άρθρων 262 § 1 ΚΠολΔ και 249, 250 επ. και 277 ΑΚ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η ένσταση πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο άρθρο 250 ΑΚ αξιώσεων, πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων και το έτος εντός του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ, γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ήτοι το αφετήριο αυτής χρονικό σημείο, που αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση έναρξης της πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο προαναφερόμενο άρθρο 250 ΑΚ αξιώσεων (ΑΠ 7/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1412/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 204/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1096/2008 ΝΟΜΟΣ, Μ. Μαργαρίτη – Ά. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδοση 2018, άρθρο 262, αρ. 2, 8). Πράγματι, ο θεσμός της παραγραφής αποτελεί την από τον νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστού να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και γι’ αυτό δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξίωσης, όταν αυτός έχει ενεργήσει ότι είναι αναγκαίο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μην χρειάζεται να κάνει κάτι ιδιαίτερο. Ωστόσο, ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους, εξ αιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες γι’ αυτόν. Τέτοιοι λόγοι είναι οι, κατ’ άρθρο 255 ΑΚ, λόγοι αναστολής της παραγραφής από  δικαιοστάσιο ή ανώτερη βία, των οποίων κοινό χαρακτηριστικό είναι η αντικειμενική αδυναμία του δανειστού να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του (ΑΠ 361/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 3/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1497/2008 ΝΟΜΟΣ).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 255 εδάφιο 1 του ΑΚ η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Κατά δε το άρθρο 257 του ΑΚ το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής. Όταν παύσει η αναστολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες (ΑΠ 1642/1998 ΝΟΜΟΣ). Κώλυμα ανώτερης βίας για επίδικη αξίωση, η παραγραφή της οποίας άρχισε να τρέχει, αποτελεί και εκείνο της αναβολής δίκης, κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, έως ότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα άλλη πολιτική δίκη, από την έκβαση της οποίας εξαρτάται και η διάγνωση της επίδικης διαφοράς. Στην περίπτωση αυτή η αποφαινομένη την αναβολή απόφαση αποτελεί την αφετηρία έναρξης νέας παραγραφής της ένδικης αξίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΑΚ, το δε αναγνωριζόμενο με αυτήν κώλυμα, δηλαδή η εκκρεμής άλλη πολιτική δίκη αποτελεί το λόγο αναστολής της παραγραφής, αλλά μόνο εφόσον ήθελε συνεχισθεί η εκκρεμότητα αυτή και κατά το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής, όπως ρητώς με το άρθρο 255 ΑΚ ορίζεται. Αν αρθεί το κώλυμα, δηλαδή περατωθεί η άλλη πολιτική δίκη προ του τελευταίου εξαμήνου της παραγραφής, τότε, δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής της παραγραφής, αν όμως το κώλυμα εξακολουθήσει να υφίσταται ή συμπέσει με το τελευταίο εξάμηνο της παραγραφής, τότε η συμπλήρωση αυτής αναστέλλεται και συμπληρώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 257 § 2 ΑΚ μετά την πάροδο έξι μηνών από την άρση του κωλύματος (ΑΠ 200/2003 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1002/1998 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 723/1990 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 121/2004 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 495/2001 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η κατά τις ως άνω διατάξεις αναστολή της παραγραφής λόγω αναβολής της δίκης μέχρι να περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα άλλη πολιτική δίκη (κώλυμα ανωτέρας βίας), δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αλλά προτείνεται κατ’ αντένσταση κατά της ένστασης παραγραφής του υπόχρεου, η αντένσταση δε αυτή για να είναι ορισμένη πρέπει να αναφέρει το γεγονός που συνιστά λόγο αναστολής και τη διάρκειά του. Έτσι, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 257 του ΑΚ, το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής, ενώ όταν λήξει ο διακωλυτικός της άσκησης της αξίωσης λόγος, η προθεσμία συνεχίζεται αλλά δεν λήγει πριν περάσουν έξι μήνες ή όταν είναι μικρότερης διάρκειας, όταν παρέλθει η μικρότερη αυτή προθεσμία. Εάν, όμως, κατά τη διάρκεια της τελευταίας προθεσμίας, ανακύψει νέος λόγος αναστολής, η παραγραφή συνεχίζεται και πάλι μετά την παύση της νέας αναστολής και συμπληρώνεται μόλις παρέλθει η τελευταία προθεσμία [1].

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] Απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 506/2022 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών

Πηγή άρθρου