Έννοια πρωτοτυπίας του έργου

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2121/1993 με τον τίτλο “πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα”, οι πνευματικοί δημιουργοί με τη δημιουργία του έργου, αποκτούν πάνω σ’ αυτό πνευματική ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει, ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα). Με το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι “Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή…”, όπως τα αναφερόμενα ενδεικτικώς στην παρ. 1 του εν λόγω άρθρου. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το έργο, ως πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, προσιτή στις αισθήσεις, προστατεύεται από τις εν λόγω και λοιπές διατάξεις του νόμου αυτού, εφόσον ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γενικής ρήτρας (άρθρο 2 παρ. 1), δηλαδή εφόσον είναι πρωτότυπο. Συνεπώς, η πρωτοτυπία αποτελεί βασική προϋπόθεση της προστασίας του νόμου, ο οποίος – με εξαίρεση τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών (άρθρο 2 παρ. 3 εδ. δ` ν. 2121/1993)- δεν δίνει ορισμό αυτής (πρωτοτυπίας). Κατά την επικρατούσα στη νομολογία θεωρία της στατιστικής μοναδικότητας, η “πρωτοτυπία”, είναι η κρίση, ότι, κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι παρουσιάζει μια ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο “δημιουργικού ύψους” έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας ή από άλλα παρεμφερή γνωστά έργα, εκφράζοντας ταυτόχρονα και κάτι από την μοναδικότητα της προσωπικότητας του δημιουργού Αν ένα πνευματικό δημιούργημα είναι πρωτότυπο έργο ή όχι, αποτελεί πραγματικό ζήτημα, που υπόκειται σε απόδειξη άρα κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1918/2017,ΑΠ 1420/2019), τα στοιχεία όμως της πρωτοτυπίας πρέπει να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1438/2004, ΑΠ 2080/2001, ΑΠ 446/1999). Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 1 του ίδιου ν. 2121/1993, “Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 2.900 – 15.000 ευρώ όποιος χωρίς δικαίωμα και κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή διατάξεων των κυρωμένων με νόμο πολυμερών διεθνών συμβάσεων για την προστασία της  εγγράφει έργα ή αντίτυπα, αναπαράγει αυτά άμεσα ή έμμεσα, προσωρινά ή μόνιμα, με οποιαδήποτε μορφή, εν όλω ή εν μέρει, μεταφράζει, διασκευάζει, προσαρμόζει ή μετατρέπει αυτά, προβαίνει σε διανομή αυτών στο κοινό με πώληση ή με άλλους τρόπους ή κατέχει με σκοπό διανομής, εκμισθώνει, εκτελεί δημόσια, μεταδίδει ραδιοτηλεοπτικά κατά οποιονδήποτε τρόπο, παρουσιάζει στο κοινό έργα ή αντίτυπα με οποιονδήποτε τρόπο, εισάγει αντίτυπα του έργου που παρήχθησαν παράνομα στο εξωτερικό χωρίς τη συναίνεση του δημιουργού και γενικά εκμεταλλεύεται έργα, αντίγραφα ή αντίτυπα που είναι αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας ή προσβάλλει το ηθικό δικαίωμα του πνευματικού δημιουργού να αποφασίζει για τη δημοσίευση του έργου στο κοινό, καθώς και να παρουσιάζει αυτό αναλλοίωτο χωρίς προσθήκες ή περικοπές …”.

Κατά δε τη παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου “Αν το όφελος που επιδιώχθηκε ή η ζημιά που απειλήθηκε από τις πράξεις των παρ. 1 και 2 είναι ιδιαίτερα μεγάλα, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή έξι χιλιάδων (6.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Αν ο υπαίτιος τελεί τις παραπάνω πράξεις κατ` επάγγελμα ή σε εμπορική κλίμακα ή αν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας  ή των συγγενικών δικαιωμάτων, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή “δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ” … Θεωρείται ότι η πράξη έχει τελεσθεί κατ` επάγγελμα και όταν ο δράστης έχει καταδικασθεί για αδικήματα του παρόντος άρθρου ή για παράβαση των διατάξεων περί πνευματικής ιδιοκτησίας που ίσχυαν πριν απ` αυτό με αμετάκλητη απόφαση σε ποινή στερητική της ελευθερίας”. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση που ο δράστης δεν έχει καταδικαστεί άλλη φορά για παράβαση του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας, για τον κατ` επάγγελμα χαρακτηρισμό της πράξης εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 13 εδ. ε` του ΠΚ, συντρέχουν δε οι προϋποθέσεις της όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατ’ επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος (ΑΠ 1918/2017).

Χριστίνα Γεωργούλα, ασκ. δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου