Δευτέρα - Παρασκευή | 10:00 - 21:00 | ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ Κ. ΣΙΝΤΟΡΗΣ ΜΑΡΙΑ Β. ΤΟΓΕΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Γρηγορίου Λαμπράκη 29, Ηγουμενίτσα

Έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων

Ζητήματα συνταγματικότητας των νόμων τίθενται μόνο υπό τα αυστηρά Συντάγματα, που έχουν αυξημένη τυπική δύναμη απέναντι στους κοινούς νόμους. Τα δικαστήρια μπορούν να εξετάζουν την συνταγματικότητα των νόμων είτε μετά από αίτηση ενός προσωπικού ή κρατικού οργάνου (κύριος έλεγχος) είτε αυτεπαγγέλτως ή μετά από ένσταση των διαδίκων με αφορμή την εκδίκαση μίας συγκεκριμένης υπόθεσης (παρεμπίπτων έλεγχος). Ο κύριος έλεγχος ανατίθεται σ’ ένα ειδικό Δικαστήριο («Συνταγματικό Δικαστήριο») ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ ο παρεμπίπτων έλεγχος γίνεται από όλα τα δικαστήρια (από τα κατώτατα ως τα ανώτατα). Ο κύριος έλεγχος είναι δραστικότερος, καταλήγοντας στην ακύρωση του αντισυνταγματικού νόμου απέναντι σε όλους («erga omnes»). Αντίθετα, ο παρεμπίπτων έλεγχος οδηγεί μόνο στη μη εφαρμογή του αντισυνταγματικού νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ο κύριος έλεγχος πρέπει να προβλέπεται ρητά από το Σύνταγμα. Παρ’ ημίν τον εν λόγω έλεγχο καθιερώνει το άρθρο 100§1 στοιχ. ε΄ του Συντάγματός μας, που τον αναθέτει στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Ο παρεμπίπτων έλεγχος από κάθε δικαστή (διάχυτος έλεγχος)  προβλέπεται στα άρθρα 93§4 Σ και 87§2 Σ. Ο έλεγχος διενεργείται από όλες τις κατηγορίες και τις βαθμίδες των δικαστηρίων (διοικητικά, πολιτικά και ποινικά / πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και διοικητικά – «κοινά Δικαστήρια») εκτός από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (Α.Ε.Δ.) του άρθρου 100 Σ, όχι όμως αφηρημένα, αλλά με την ευκαιρία και στο πλαίσιο των συγκεκριμένων διαφορών, που καλούνται κάθε φορά να επιλύσουν.  Τα κοινά Δικαστήρια που θεμελιώνουν την άσκηση του ελέγχου της συνταγματικότητας στο άρθρο 93§4 Σ απλώς παραμερίζουν τον αντισυνταγματικό κανόνα κατά την εκδίκαση της συγκεκριμένης περίπτωσης, ενώ το Α.Ε.Δ. που θεμελιώνει τον έλεγχο του για την «ουσιαστική αντισυνταγματικότητα διατάξεων τυπικού νόμου» στην ειδική διάταξη του άρθρου 100§1ε΄ Σ., σε περίπτωση αντισυνταγματικότητας, απαγγέλλει την κατάργηση της αντισυνταγματικής διάταξης (αρ. 100§4 Σ.). Ο παρεμπίπτων έλεγχος αποτελεί τη λογική και αναγκαία συνέπεια της τυπικής υπεροχής του Συντάγματος απέναντι στους κοινούς νόμους του Κράτους.

            Α. Παρεμπίπτων έλεγχος – Δικονομικές οδοί

Ενώπιον λοιπόν των κοινών δικαστηρίων ζήτημα αντισυνταγματικότητας τίθεται και – επομένως – έλεγχος συνταγματικότητας ασκείται μέσω των υφιστάμενων δικονομικών οδών, με τις οποίες η συγκεκριμένη κάθε φορά υπόθεση άγεται προς κρίση στο αρμόδιο δικαστήριο. Συγκεκριμένα:

  1. Προβολή ισχυρισμού αντισυνταγματικότητας

Κατά την εκδίκαση οποιασδήποτε υπόθεσης ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου ζήτημα ελέγχου της συνταγματικότητας μπορεί να τεθεί παρεμπιπτόντως, δηλαδή για τις ανάγκες εκδίκασης της συγκεκριμένης κύριας υπόθεσης, με πρωτοβουλία των διαδίκων (ή και του Εισαγγελέα, όταν προβλέπεται παράστασή του), οι οποίοι προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι ο (κατ’ αυτούς) κρίσιμος κανόνας δικαίου είναι αντισυνταγματικός. Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται μέσω των δικονομικών μηχανισμών κάθε δικαιοδοτικού κλάδου, σε κάθε στάση της δίκης και σε οποιονδήποτε βαθμό. 

  1. Αυτεπάγγελτος έλεγχος

Όλα ανεξαιρέτως τα δικαστήρια ασκούν αυτεπαγγέλτως έλεγχο της συνταγματικότητας της κρίσιμης – για την υπόθεση που εκδικάζουν – διάταξης. Ο αυτεπάγγελτος χαρακτήρας του ελέγχου έχει άμεσες δικονομικές συνέπειες: α) την εξέταση του σχετικού ζητήματος σε οποιαδήποτε φάση και στάση της δίκης, β) την εξέταση του ζητήματος για πρώτη φορά σε δεύτερο βαθμό και την προβολή του αντίστοιχου ισχυρισμού με τα ένδικα μέσα, γ) τη δημιουργία λόγου αναίρεσης ( όπου προβλέπεται το ένδικο αυτό μέσο) για «παράβαση κανόνων δικαίου» (559 περ. 1 ΚΠολΔ και 510 παρ. 1 περ. Ε΄ΚΠΔ) ή για «εσφαλμένη ερμηνεία ή πλημμελή εφαρμογή του διέποντος την επίδικη σχέση νόμου» (αρ. 56 παρ.1 στοιχ. δ΄ π.δ. 18/1989), καθόσον οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης περιλαμβάνουν στο φάσμα τους και την παράβαση συνταγματικών διατάξεων που οφείλεται στο γεγονός ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε άλλο (τον αντισυνταγματικό) αντί άλλου (του εφαρμοστέου μετά τον παραμερισμό ου αντισυνταγματικού κανόνα). Η άρνηση ωστόσο του δικαστή να απαντήσει σε ισχυρισμό αντισυνταγματικότητας που προβάλλεται από διάδικο και η σιωπηρή απόρριψη του ή η παράλειψή του να ασκήσει αυτεπαγγέλτως έλεγχο συνταγματικότητας δεν θεμελιώνει από μόνη της τον λόγο αυτό αναιρέσεως.

  • Αυτοτελής λόγος ακύρωσης

            Ο ισχυρισμός αντισυνταγματικότητας ως αυτοτελής λόγος ακύρωσης κατά κανονιστικής ή ατομικής διοικητικής πράξης είναι θεμιτός. Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές λόγος ακύρωσης μπορεί να είναι και η αντισυνταγματικότητα της διοικητικής πράξης, όχι μόνο επειδή στηρίζεται σε αντισυνταγματικό νόμο, αλλά επειδή η ίδια η πράξη παραβιάζει ευθέως το Σύνταγμα. Αυτό σημαίνει, ειδικά για τις κανονιστικές πράξεις ότι μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση ενός κανόνα δικαίου λόγω αντισυνταγματικότητας. Επομένως, δεν υπάρχει ούτε πρόβλημα δικαιοδοσίας του ακυρωτικού δικαστή (αρ. 95 Σ), ούτε – καταρχήν – πρόβλημα υπέρβασης του παρεμπιπτόντως χαρακτήρα του ελέγχου, εφόσον το κύριο αντικείμενο της δίκης είναι το κύρος της διοικητικής πράξης.

Το ανωτέρω σύστημα λοιπόν του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια έχει ένα εγγενές μειονέκτημα: τη δυνατότητα έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων. Για την αποτροπή λοιπόν αυτού του κινδύνου αναπτύχθηκαν μηχανισμοί κάμψης του διάχυτου ελέγχου. Συγκεκριμένα:

  1. Μηχανισμός συγκέντρωσης του ελέγχου είναι η κατά το άρθρο 100 Σ αρμοδιότητα του Α.Ε.Δ.
  2. Ενοποίηση νομολογίας από το ανώτατο δικαστήριο εκάστης δικαιοδοσίας.
  3. Πολιτική δικαιοδοσία: Παραπομπή στην Ολομέλεια: 563 παρ. 2 ΚΠοΛΔ

      Υποχρεωτική:

  1. 557 ΚΠολΔ: Αναίρεση υπέρ του νόμου ασκηθείσα από τον Εισαγγελεά του ΑΠ. Λόγος αναίρεσης υπέρ του νόμου μπορεί να είναι και συχνά ίναι ζήτημα συναγματικότητας, δηλαδή η εφαρμογή του αντισυνταγματικού ή ο παραμερισμός συνταγματικού κανόνα δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας.
  2. 563 παρ. 2 εδ. γ΄: Με απόφαση του Αρμοδίου Τμήματος, όταν αρνείται την εφαρμογή διάταξης νόμου ως αντισυνταγματικής.
  3. 563 παρ. 2 εδ. γ΄: Με απόφαση του αρμοδίου Τμήματος, όταν ναι μεν απορρίπτει τον ισχυρισμό της αντισυνταγματικότητας και εφαρμόζει το νόμο, η απόφασή του όμως αυτή λαμβάνεται με διαφορά μόνο μίας ψήφου.
  4. Κατ΄αναλογία προς το άρθρο 14 παρ. 4 π.δ. 18/1989 και κατόπιν του ν. 345/1976: Θα πρέπει να θεωρηθεί υποχρεωτική και η παραπομπή όταν το τμήμα φέρεται σε απόφαση με την αποδοχή άποψης σχετικά με την ουσιαστική συνταγματικότητα διάταξης τυπικού νόμου διαφορετικής από εκείνη που έχει ήδη δεχθεί το ΣτΕ ή ΕΣ.

Δυνητική:

  1. 563 παρ. 2 εδ. β΄: Με απόφαση του αρμοδίου τμήματος, εφόσον κριθεί ότι γεννάται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος ή ότι η παραπομπή είναι αναγκαία για την ενότητα της νομολογίας
  2. 563 παρ. 2 εδ. β΄: Απευθείας, με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Α.Π., αν κριθεί ότι τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος ή ότι η παραπομπή είναι αναγκαία για την ενότητα της νομολογίας.
  3. Ποινική δικαιοδοσία: Παραπομπή στην Ολομέλεια του ΑΠ:

      Υποχρεωτική: αρ. 10 παρ. 2 ΚΠΔ, 512 ΠΑΡ. 1 fin:

  1. Aναίρεση υπέρ του νόμου (505 παρ. 2 ΚΠΔ)
  2. Κοινό πρακτικό Εισαγγελεά και Προέδρου ΑΠ για νομικά ζητήματα εξαιρετικής σημασίας
  3. Παραπομπή από το αρμόδιο Τμήμα όταν ναι μεν απορρίπτει τον ισχυρισμό της αντισυνταγματικότητας και εφαρμόζει το νόμο, η απόφασή του όμως αυτή λαμβάνεται με διαφορά μόνο μίας ψήφου.
  4. Όταν το τμήμα αρνείται την εφαρμογή νόμου ως αντισυνταγματικού
  5. Όταν το τμήμα πρόκειται να εκδώσει απόφαση αντίθετη με προηγούμενη θέση της ολομέλεις ή τμήματός του για το ίδιο θέμα.
  • Διοικητική Διαδικασία: Παραπομπή στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ)

      Δυνητική:

  1. αρ. 14 παρ. 2 α΄ π.δ. 18/1989: Με απόφαση Τμήματος για θέμα μεγαλύτερης σπουδαιότητας, ειδικότερα για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος.
  2. αρ. 14 παρ. 2 γ΄ π.δ. 18/1989: Με απόφαση του Προέδρου του Συμβουλίου για θέματα του εδαφίου α΄, αν δεν παραπέμφθηκαν με απόφαση του Τμήματος.

Υποχρεωτική:

  1. αρ. 14 παρ. 2 β΄ π.δ. 18/1989: Με απόφαση Τμήματος, όταν αυτό άγεται σε κρίση αντισυνταγματικότητας τυπικού νόμου (αρ. 100 παρ. 5 Σ).
  2. αρ. 14 παρ. 4 π.δ. 18/1989: Όταν ένα τμήμα φέρεται προς λήψη απόφασης διαφορετικής από απόφαση του ΑΠ ή του ΕΣ ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα ή την έννοια τυπικού νόμου, αν δεν συντρέχει περίπτωση πραπομπής στο Α.Ε.Δ. βάσει του άρθρου 100 του Σ.
  • Αναίρεση υπέρ του νόμου
  1. Δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων: 557 ΚΠολΔ
  2. Δικαιοδοσία ποινικών δικαστηρίων: 505 παρ. 2 ΚΠΔ
  • Δικαιοδοσία ΣτΕ: αρ. 53 παρ. 5 π.δ. 18/1989
  1. Δικαιοδοσία Ελεγκτικού Συνεδρείου: αρ. 177 ν. 4700/2020

Βέβαια, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων ισχύουν μεταξύ των διαδίκων. Η παρεμβολή της Ολομέλειας του Α.Π. ή του ΣτΕ δεν επεκτείνει τα αντικειμενικά ή τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου. Τα Τμήματα δεσμεύονται από τις αποφάσεις της Ολομέλειας όταν επιλαμβάνονται της αυτής υπόθεσης και όχι κάθε φορά που στο μέλλον θα τίθεται παρόμοιο ζήτημα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κατώτερα Δικαστήρια. Δεσμεύονται από τις αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων για ζητήματα αντισυνταγματικότητας μόνο όταν επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, και όχι όταν τίθεται ενώπιόν τους παρόμοιο ζήτημα. Ωστόσο δεν πρέπει να παραγνωρίζονται οι πραγματικές επιπτώσεις τω αποφάσεων των Ολομελειών των ανωτάτων δικαστηρίων. Η επιρροή που ασκείται στη νομολογία των κατώτερων Δικαστηρίων είναι ασφαλώς σοβαρή και η ενοποίηση που επέρχεται είναι συχνά σχεδόν απόλυτη.

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, Αθανασίου Ραΐκου, Τόμος Α΄, Τεύχος Γ΄, Εκδόσεις Αντ. Ν Σάκκουλα, 1991.

Ο ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ, Βασιλείου Σκούρη, Ευάγγελου Β. Βενιζέλου, Έκδοση Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1985

Έλενα Ψαρρού

Δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου